ΕΧΟΥΜΕ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ;

Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἑορτὲς τῆς πίστεώς μας, ἡ Πεν­τηκοστή· γιορτάζουμε τὰ γενέθλια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Εἶνε ἡ ἐκπλήρωσι τῆς ὑποσχέ­σεως ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ­ησοῦς Χριστός, ὅτι θὰ στείλῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο. Ὅλα σή­μερα (ἀπόστολος, εὐαγγέλιο, τροπάρια, πρὸ παντὸς οἱ εὐχές) μιλοῦν γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο.
Γιὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο πρέπει κ᾽ ἐμεῖς νὰ μι­λήσουμε. Σὲ ποιόν ὅμως; ὑπάρχουν αὐτιὰ ν᾽ ἀ­κούσουν, καρδιὲς νὰ αἰσθανθοῦν; Ὁ σημερινὸς κόσμος γιὰ ἄλλα πράγματα συζητεῖ· ἂν τοῦ μι­λήσῃς γιὰ Πνεῦ­μα ἅγιο, μένει ψυχρός «Ὦ γενεὰ ἄ­πιστος» τοῦ αἰῶνος μας! (πρβλ. Ματθ. 17,17. Μᾶρκ. 9,19. Λουκ. 9,41).
Ξέρετε πῶς μοιάζουν σήμερα οἱ ἄνθρωποι; σὰν τυφλοπόντικες. Ὁ τυφλοπόν­τικας δὲν βγαί­νει ἀπ᾽ τὸ λαγούμι του· ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε, ἐ­­κεῖ καὶ θὰ πεθάνῃ. Κ᾽ ἐμεῖς τυφλοπόντικες εἴμα­στε. Ὅσα γράμμα­τα κι ἂν ξέρουμε, ζοῦ­με μέσ᾽ στὰ λαγούμια τῆς ὕλης καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τὴ σημερινὴ γιορτή, ὅτι πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἐνδιαφέρον­τα, ὑπάρχει κάτι ἄλλο.

* * *

Μέσα στὸν κόσμο αὐτὸ τῆς φθορᾶς καὶ παροδικότητος, ἀγαπητοί μου, ἔρχεται ἡ σημερινὴ ἑορτὴ νὰ ὑ­πενθυμίσῃ, ὅτι ὑπάρχει κ᾽ ἕ­νας ἄλλος κόσμος, ὁ κόσμος τοῦ Πνεύματος. Ἂς φωνάζουν οἱ ἄ­πιστοι, ἂς λένε ὅ,τι θέλουν. Ἐμεῖς δὲν ἀρνούμεθα τὴν ὕλη· ἀλλ᾽ ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει ἡ ὕλη, ποὺ τὴν πιάνεις τὴ ζυγίζεις τὴ μετρᾷς, ἄλλο τόσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει πνεῦ­μα, ὅτι ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιο.
Ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιο. Ἀπόδειξις σήμερα οἱ ἀπόστολοι. Τί ἦταν οἱ ἀπόστολοι τὸ ἀκούσαμε. Δὲν βγῆκαν ἀπὸ γυμνάσια καὶ σχολές, δὲν ἔμαθαν γλῶσ­σες. Καὶ βλέ­πεις, αὐτοὶ οἱ ἀγράμματοι, ἔγιναν πάνσοφοι. Ἐ­ὰν σᾶς ἔλεγαν, ὅτι ἕνα μικρὸ παιδί, ἕνας πιτσιρίκος τοῦ νηπιαγωγείου, κατώρθωσε νὰ λύσῃ ἕνα δύσ­κολο πρόβλημα ἀ­­ριθμητικῆς ἢ ἀλγέβρας, τί θὰ λέγατε·

Εἶνε δυ­­νατόν; αὐτὸ εἶνε θαῦμα. Ἔ, πιὸ μεγάλο θαῦ­­μα ἔχουμε ἐδῶ. Αὐτοὶ οἱ ἀπόστολοι, ποὺ σὰν ψα­ρᾶδες μόνη δουλειά τους ἦταν νὰ ῥίχνουν τὰ δίχτυα, ξαφνικὰ ἀνέβηκαν τόσο ψηλά, ποὺ μπο­ροῦσαν ν᾽ ἀπαντοῦν σὲ φιλοσό­φους· ἀνέβηκαν πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ Σωκράτη καὶ τὸν Ἀριστο­τέλη, ἐκεῖ ποὺ «ἰλιγγιᾷ νοῦς» ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία (θ΄ ᾠδὴ καταβασ. Φώτων καὶ Σαβ. πρὸ Πεντηκοστῆς), σὲ τέτοιο ὕ­ψος θεωρίας. Ποιός τοὺς φώτισε; ρω­τᾶμε τοὺς ἀπίστους· ἐλᾶτε νὰ μᾶς ἐξηγήσετε πῶς ἀπέκτησαν τέτοια σοφία καὶ δύναμι, καὶ ὄχι μόνο τὸ μυαλὸ ἀλλὰ καὶ ἡ καρδιά τους πῆρε τέ­τοια φτερά; «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια (μόνος)» (Ψαλμ. 76,14-15).
Τί ἦταν λοιπὸν οἱ ἀπόστολοι; Θυμηθῆτε· ὁ ἀπόστολος Πέτρος μπροστὰ σὲ μιὰ ὑπηρέτρια, μὲ ὅρκο μία καὶ δύο καὶ τρεῖς φορὲς λέει «Οὐκ οἶδα τὸν ἄν­θρωπον», δὲν τὸν γνωρίζω (Ματθ. 26,74. Μᾶρκ. 14,71). Αὐτὸς λοιπόν, ποὺ σὰν λαγὸς εἶχε χαθῆ, τώ­ρα μπροστὰ ὄχι σ᾽ ἕνα δουλικὸ ἀλλὰ σὲ πλῆ­θος κόσμου, μπροστὰ στοὺς φονιᾶδες καὶ σταυ­ρωτάς, αὐ­τοὺς ποὺ φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύ­ρωσον αὐ­τόν» (Ἰω. 19,15), μὲ θάρρος λέει· Πιστεύω καὶ λατρεύω τὸ Χριστό, αὐτὸς εἶνε ἡ σωτηρία τοῦ κό­σμου, κ᾽ ἐσεῖς εἶστε οἱ σταυρωταί του. Τὸν βλέ­πετε σήμερα καὶ μιλάει μπροστὰ σὲ τρεῖς χιλιάδες· θὰ τὸν δῆτε αὔριο νὰ παίρνῃ ἕνα ῥαβδί, νὰ γυρίζῃ βουνὰ – λαγ­κάδια, χῶρες καὶ πολιτεῖες, ἕως ὅτου φτάσῃ στὴ ῾Ρώμη, κ᾽ ἐκεῖ μπροστὰ στοὺς τυράννους, μπροστὰ στὸ Νέρωνα, νὰ κηρύττῃ καὶ νὰ μαρτυρῇ γιὰ τὸ Χριστό. Ρωτᾶμε λοιπόν· ἀπὸ ποῦ πῆρε αὐτὸ τὸ θάρρος ὁ Πέτρος καὶ ὅλοι οἱ ἀπόστολοι; Κάτι μεγάλο, ὅπως εἶνε τὸ σημερινὸ γεγονός, ἦταν αὐτὸ ποὺ τοὺς ἔδωσε τὴ δύναμι.
Ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιο, ἀπόδειξις τὰ θαύμα­­τα τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων. –Μὰ θὰ πῆ­τε, δὲν τὸ βλέπου­με… Δὲν τὸ βλέπεις; Κι ὅ­μως ὑπάρχουν καὶ πρά­γματα ποὺ δὲν τὰ βλέπεις μὰ τὰ αἰ­σθά­νε­σαι. Σὲ ρωτῶ, βλέπεις τὸν ἀέρα; Κι ὅ­μως τὸν αἰσθάνεσαι ἀπὸ τὶς ἐνέργειες, τ᾽ ἀ­­ποτελέσματά του· ὅταν σὰν αὔρα μᾶς δροσί­ζει, ὅταν κάνει τὴ θάλασσα νὰ ὑψώνῃ κύματα, ὅ­ταν σείει τὰ δέντρα, ὅταν ξερριζώνει ὁ­λόκληρα πλατάνια…. Ἔτσι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ἀκούσατε τὸν ἀπόστολο; «Ἐγένετο …ἦ­χος ὥσπερ φερο­μέ­νης πνο­ῆς βιαίας» (Πράξ. 2,2)· τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο ἦρ­θε σὰν ἄνεμος, λέει· ἄνεμος ποὺ φύση­ξε ὄχι ἀπὸ τὰ δάση ἢ τὰ πελά­γη, ἀλλὰ ψηλὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐ­τὸς ὁ πνευ­ματικὸς ἄνεμος ἀλλοῦ δροσίζει τὶς ψυ­χές, ἀλλοῦ τὶς κάνει νὰ φρικι­οῦν καὶ νὰ ταράζωνται μπρο­στὰ στὸ ἐρώτημα τῆς συνει­δήσεως, κι ἀλ­λοῦ σὰν θύελλα σείει ἁ­μαρτωλὰ καθεστῶτα, ξερρι­ζώνει τὰ πάθη ποὺ εἶνε ῥιζωμένα μέσα μας σὰν τὰ πλατάνια.
Ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιο. Θέλεις νὰ τὸ καταλά­­βῃς; Θὰ πῶ κάτι μὰ δὲν ξέρω ἂν θὰ τὸ ἐ­φαρμό­σετε. Θὰ σᾶς πῶ δύο τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους μπορεῖ ὁ καθένας νὰ αἰσθανθῇ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
Πρῶτος τρόπος. Σήμερα, τέτοια ἅγια ἡμέρα, μὴν τρέχετε δεξιὰ κι ἀριστερά· καθίστε στὸ σπιτάκι σας καὶ ῥίξτε μιὰ ματιὰ στὰ περασμένα. Πόσων χρονῶν εἶστε; 20, 30, 40, 50, 60…; ῾Ρῖ­ξτε μιὰ ματιὰ στὸ παρελθόν. Σᾶς ἐρωτῶ· δὲν ὑπάρχουν στὴ ζωή σας στιγμὲς κακές; Πόσες φο­ρὲς κ᾽ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δὲν ποτίσαμε ὄ­ξος καὶ χολὴ τὸν Κύριό μας! Γιά σκέψου τὰ μικρά σου χρόνια, τὰ χρόνια τοῦ δημοτικοῦ σχο­­λείου, τὰ χρόνια ποὺ ἤσουν ἔφηβος, ὅταν ἔγινες ὥριμος, ὅλα ὅσα πέρασες στὴ ζωὴ αὐτή. Μέτρα σὰν μαῦρες χάντρες τ᾽ ἁμαρτήματά σου· σκέψεις πονηρές, ἐπιθυμίες ἀκάθαρτες, λόγια ἄπρεπα καὶ βλάσφημα, πράξεις καὶ ἐνέργειες ἀντίθετες μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά, ἂν τὰ ζυγίσῃς μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ δῇς ὅτι στὴ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα καὶ μιὰ σκέψι πονηρὴ ποὺ περνάει ἀπ᾽ τὸ μυαλό, τί εἶνε, ἀδέρφια μου; ἕνα καρφὶ στὴν καρδιὰ τοῦ Χριστοῦ. Νὰ συναισθανθοῦμε λοιπὸν τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ μετὰ νὰ πᾶμε στὸν Ἰορδάνη ποταμό, στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξ­ομολογήσεως· νὰ πᾶμε στὸν πνευματικό, νὰ ποῦμε τ᾽ ἁμαρτήμα­τά μας ὅλα. Καὶ σᾶς τὸ δίνω γραπτῶς· τὴν ὥρα ποὺ θὰ λὲς τ᾽ ἁμαρτήμα­τά σου, ἀπ᾽ τὰ μεγαλύ­τερα ὣς τὰ μικρότερα, θὰ νιώ­θῃς νὰ φεύγῃ ἀ­πὸ πάνω σου βουνὸ ὁλόκληρο· κι ὅταν βγῇς ἀπὸ τὴν ἐξομολό­γησι θὰ εἶσαι ἀνάλαφρος, θὰ πετᾷς· θὰ αἰ­σθάνεσαι τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Θέλεις λοιπὸν νὰ αἰ­σθανθῇς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο; ἄντε νὰ ἐξομολογηθῇς.
Δεύτερος τρόπος νὰ αἰσθανθῆτε τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο ποιός εἶνε; Τὴν Κυριακή, ὅταν χτυπάει ἡ καμπάνα, προτοῦ ἀκόμη ν᾽ ἀρχίσῃ ἡ θεία λειτουργία –γιατὶ εἶνε ἁ­μαρτία νά ᾽ρχεσαι με­τὰ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς…»–, τρέξε στὸ ναὸ καὶ πές· Ἐγώ, Κύριε, δὲν εἶ­μαι ἄξιος νὰ μπῶ στὸ παλάτι σου, νὰ βλέπω τὶς εἰ­κόνες καὶ ν᾽ ἀκούω τὰ θεῖα σου λόγια· Θεέ μου, ἐλέησέ με… Ἂν μπῇς μέσα σὰν τὸ λῃστή, σὰν τὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία· ἂν μπῇς μὲ ταπεί­νωσι καὶ δάκρυα κ᾽ ἔχῃς τεν­τωμένο τὸ αὐ­τί σου σ᾽ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ παπᾶς κι ὁ ψάλτης, ἂν ἀκούσῃς τὴ λειτουργία ὅπως τὴν ἄκουγαν οἱ πατέρες μας, ποὺ ἔκλαιγαν καὶ μού­σκευαν τὰ πλακάκια κάτω· ἂν χτυπήσουμε τ᾽ ἁμαρτωλά μας στήθη καὶ ποῦμε Θεέ μου «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18,13), τότε, ὅταν φτά­σουμε στὸ τέλος, θὰ δοῦμε τὸ θαῦμα καὶ θὰ ποῦμε· «Εἴ­δομεν τὸ φῶς τὸ ἀ­ληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐ­πουράνιον· εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ ἀ­διαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡ­μᾶς ἔσωσε» (θ. Λειτ). Μέσα στὴ λατρεία, ἀδελφοί μου, ὑπάρχει Πνεῦμα ἅγιο. Κάθε φορὰ ποὺ ἐκ­κλησιάζεσαι, θὰ μπαίνῃς λυπημένος καὶ θὰ βγαίνῃς διαφορετικός· κοράκι θὰ μπαίνῃς, περιστέρι θὰ βγαί­νῃς. Ὦ Ἐκκλησία, ὦ μάνα μας, ὦ Πνεῦμα ἅγιο!

* * *

Πιστέψτε, ἀδελφοί μου! Αὐτὸ εἶνε τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο. Κλεῖστα τὰ μάτια καὶ τ᾽ αὐτιά σας στὸν κόσμο αὐτὸν τῆς διαφθο­ρᾶς καὶ τῆς ἀ­πάτης κι ἀνοῖξτε τα στὸ Θεό.
Ἐὰν ὅμως ἀντιθέτως κλείσουμε τ᾽ αὐτιά μας στὸ Θεό, προσέξατε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο; Ὅ,­τι εἶπε ὁ Χριστός, βγῆκε· «Ὁ οὐ­ρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ πα­ρέλ­θωσι» (Ματθ. 24,35). Τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ εἶ­νε «ὥσ­περ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε», ὅπως ἦταν στὴν ἐ­ποχὴ τοῦ Νῶε (ἔ.ἀ. 24,37)· γλέντια, διασκεδάσεις, παντρειές, ξεπαντρέματα, διαζύγια, ὄργια. Τότε ὁ Θεὸς ἔρ­ρι­ξε μιὰ ματιὰ στὸν κόσμο καὶ εἶπε· «Δὲν θὰ μείνῃ τὸ Πνεῦμα μου σ᾽ αὐτούς, διὰ τὸ εἶ­ναι αὐτοὺς σάρκας» (Γέν. 6,3). Τὸ πε­ριστέρι δὲν μένει σὲ ἀκάθαρτη φωλιά, καὶ τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅγιο θέλει καθαρὴ καρδιά, μιὰ καρδιὰ ἁγίου. Αὐτὴ ἡ καρδιὰ θὰ αἰσθανθῇ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ἂν ὅμως ἐμεῖς εἴμαστε ἀκάθαρτοι, τό­τε θ᾽ ἀνοίξουν τὰ οὐράνια ὄχι βέβαια γιὰ νὰ ἔρ­θῃ Πνεῦμα ἅγιο, οὔτε πλέον γιὰ νὰ πέ­σῃ νερά­κι ὅπως ἐπὶ Νῶε, ἀλλὰ –ἀλλοίμονο– γιὰ νὰ πέσῃ φωτιὰ τῆς Ἀ­ποκαλύψεως· καὶ τότε… γῆ Μαδιάμ, Ἁρμαγεδών, καταστροφή!
Ὦ ἀδέρφια μου, τί λένε οἱ καρδιές μας, ποιά εἶνε τὰ ἐνδιαφέροντά μας; Σήμερα, τέτοια ἅγια μέρα, ἂς γονα­τίσουμε κι ἂς παρακαλέσουμε, νὰ ἔρ­θῃ Πνεῦμα ἅγιο· Πνεῦμα ἅγιο στοὺς ἄρ­χον­­τές μας, στοὺς δεσποτάδες μας, στοὺς ἄντρες, στὶς γυ­ναῖ­κες, στὰ παιδιά, στὸν κόσμο ὅλο· νὰ γίνουμε μιὰ οἰκογένεια καὶ νὰ ὑμνοῦμε Πα­τέρα Υἱὸν καὶ Πνεῦμα ἅγιον εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Απολλώ Μοναχός
Ιερά Μονή Δοχειαρίου