Ο Άγιος Ανδρέας,
πολιούχος της πόλης των Πατρών, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την πόλη, αφού στον ομώνυμο Ιερό Ναό βρίσκεται ο τάφος, τα Ιερά Λείψανα του, η Τίμια Κάρα και ο Σταυρός πάνω στον οποίο μαρτύρησε. Συνέχεια ανάγνωσης Ο Συγκλονιστικός ΒΙΟΣ του Αγ. ΑΝΔΡΕΑ και ο Σταυρός του…
Άρθρα ανά μήνα: Νοέμβριος 2020
Η σημερινή Κυριακάτικη Θ. Λειτουργία 29/11/20 & το Κύρηγμα του Πατρός Στυλιανού Χαρπαντίδη
Σύνδεσμος του ναού μας για Ζωντανή Μετάδοση της Θείας Λειτουργίας
Πατήστε στο σύνδεσμο παρακάτω για να δείτε ζωντανά αύριο Κυριακή 29-11-2020 ώρα 07:00 μμ. την Θεία Λειτουργία
από τον Ιερό Ναό μας
https://www.youtube.com/channel/UCXgEysjNCNJ0oWG6RiJnDrg
Σημείωση: Οι χρήστες μπορούν να κάνουν εγγραφή στο κανάλι μας.
Μπορείτε να πατήσετε και το εικονίδιο με το καμπανάκι για να σας έρχεται ειδοποίηση στο κινητό κάθε φορά που γίνεται ζωντανή ροή.
μετα το πέρας της Θείας Λειτουργίας έως και τις 9.30π.μ θα παραμείνει ανοιχτός ο Ιερός Ναός για να περάσετε να προσευχηθείτε &να πάρετε το Αντίδωρο,
Σήμερα το απόγευμα στις 7.00μ.μ στον Ιερό ναό μας θα τελέσουμε την παράκληση προς τιμήν του Αγίου Στυλιανού
&στο τέλος θα διαβάσουμε και την ειδική ευχή για τον Κορωνο Ιό ,η ακολουθία θα μεταδοθεί από το διαδίκτυο
Σήμερα το απόγευμα 25 Νοεμβρίου στις 5.30μ.μ θα τελέσουμε τον Πανηγυρικό εσπερινό της εορτής του Αγίου Στυλιανού
και θα θυμηθούμε την έλευση του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Μας
για μόνιμα στον Ιερό ναό μας το έτος 2014 σαν σήμερα το απόγευμα
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αγίου Θεού μας η ακολουθία θα μεταδοθεί ζωντανά από το κανάλι μας στο Υου Τube
Ανακοίνωση για τον εορτασμό του Αγίου Στυλιανού στο ναό μας
Πατήστε στο σύνδεσμο παρακάτω για να δείτε ζωντανά τον εσπερινό του Αγίου
https://www.youtube.com/channel/UCXgEysjNCNJ0oWG6RiJnDrg
Σημείωση: Οι χρήστες μπορούν να κάνουν εγγραφή στο κανάλι μας.
Μπορείτε να πατήσετε και το εικονίδιο με το καμπανάκι για να σας έρχεται ειδοποίηση στο κινητό κάθε φορά που γίνεται ζωντανή ροή.
Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος θα εορτάσουμε την μνήμη του 2ου τιμώμενου Αγίου του Ιερού Ναού του Αγίου Στυλιανού του Παφλαγόνος , ο οποίος είναι ο προστάτης των βρεφών & των μικρών παιδιών .

Φέτος λόγω των έκτακτων υγειονομικών μέτρον θα τελεσθούν όλες οι Ιερές Ακολουθίες και η Θεία Λειτουργία κατά το ακόλουθο πρόγραμμα και Δυστυχώς κεκλεισμένων των Θυρών, όμως θα μπορείτε να τις παρακολουθήσετε μέσα από Facabook από την ομάδα ζωντανή αναμετάδοση Ιερού Ναού Αγίου Πολυκάρπου Μενεμένης & από το κανάλι μας στο YouTube ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΜΕΝΕΜΕΝΗΣ
Λατρευτικό Πρόγραμμα της εορτής
Τετάρτη 25/11/20 ώρα 5.30 μ.μ
Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής του Αγίου Στυλιανού & Πανηγυρικός Όρθρος της εορτής .
Όσοι επιθυμούν να φέρουν Αρτοκλασίες παρακαλώ να τις φέρετε στις 5.30μ.μ
Πέμπτη 26/11/20 ώρα 7,30 π.μ
Πανηγυρική Θεία Λειτουργία της Εορτής του Αγίου Στυλιανού
ζωντανή (Ηχητική) αναμετάδοση Θ.Λειτουργίας 22/11/20
Αγαπητά μου Παιδιά αισθανόμενος την ανάγκη σας να συμμετέχετε και εσείς στο Μυστήριο της Θείας Λειτουργίας
και λόγω των έκτακτων μέτρων και το ότι η Θεία Λειτουργία τελείται αυτή την περίοδο Κεκλεισμένων των Θυρών αποφάσισα :
αύριο το πρωί όσο εμείς θα λειτουργούμε μέσα στον άδειο ναό χωρίς εσάς, να σας δώσω την δυνατότητα να παρακολουθήσετε την Θεία Λειτουργία διαδικτυακά μόνο Ηχητικά μέσα από το κανάλι μας στο YouTude
πατώντας λοιπόν επάνω στην εικόνα του ναού μας ,αύριο 21/11/20 ώρα : 7 με 8.15π.μ ,θα παρακολουθήσετε ζωντανά μόνο με ήχο την Θ.λειτουργία ,ενώ αμέσως μετα το τέλος της, οι πόρτες του Ιερού ναού ,θα ανοίξουν για να περάσετε να προσκυνήσετε τις Ιερές εικόνες & να ανάψετε τα κεράκια σας και να πάρετε το Αντίδωρο .
προσεύχομαι για όλους σας παιδιά μου & κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για την πνευματική ενίσχυση σας , ζητάω ταπεινά και την δική σας προσευχή για εμένα και όλους τους Ιερείς .
Με αγάπη Χριστού π. Στυλιανός Χαρπαντίδης
ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Αύριο το Απόγευμα στις 6μ.μ θα τελέσουμε τον εσπερινό της Εορτής των Εισοδίων της Κυρίας Θεοτόκου
& αμέσως μετά όπως προανάφερα θα ψάλουμε την παράκληση προς τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και θα τον παρακαλέσουμε να δώσει ένα τέλος σε αυτό τον μεγάλο πειρασμό της δοκιμασίας από την Πανδημία του Covit 19 που ταλαιπωρεί την πατρίδα μας και τον κόσμο ολόκληρο, ιδιαίτερα δε την Μακεδονία μας και την Πόλη μας .
θερμή μου παράκληση προς όλους να συμμετέχετε από το ευλογημένο σπιτικό σας όλοι μαζί με εμένα μέσα από τον ναό ,ώστε να ενώσουμε τις προσευχές μας και ο Αγιος Πολύκαρπος να μεταφέρει μαζί με την γλυκύτατη Μάνα μας ,αυτές στον Θρόνο του Θεού και με την Μετάνοια μας να μπορέσουμε να απαλλαγούμε για να Ξανά Συναντηθούμε όλοι μαζί
Δεν χρειάζεται Φόβο και Τρόμο αλλά ΠΡΟΣΕΥΧΗ και Ειλικρινή ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Η ακολουθία του εσπερινού & της Παρακλήσεως με την ευχή,θα μεταδοθούν ζωντανά από το κανάλι του ναού μας στο you Tube & το διαδίκτυο.
Με αγάπη Χριστού π. Στυλιανός Χαρπαντίδης
ΕΤΑΚΤΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ( Διαβάστε & Συμμετάσχετε )
ΖΩΝΤΑΝΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Κάνουμε γνωστό στην Αγάπη όλον σας ότι αύριο το απόγευμα ήμερα Παρασκευή 20 Νοεμβρίου , στις 6.00μ.μ στον Ιερό ναό μας, ο πάτερ Στυλιανός θα κάνει παράκληση στον Σωτήρα και Κύριο μας Ιησού Χριστό και στο τέλος θα διαβάσει και την ειδική ευχή για την απαλλαγή της πανδημίας του Κορώνω ιού
Δυστυχώς κεκλεισμένων τον θυρών ,όμως αυτό δεν μας στερεί την δυνατότητα να προσευχηθούμε όλοι μαζί ενωμένοι, εγώ από τον Ιερό Ναό μόνος μου ,αλλά με όλους εσάς γονατιστούς από την κατ οίκον εκκλησία σας ,το ευλογημένο σπιτικό σας .
Η Παράκληση και η ευχή για την απαλλαγή από τον ιό
θα μεταδοθεί ζωντανά από την σελίδα μας στο facabook ( Ζωντανή αναμετάδοση ιερού ναού Αγίου πολυκάρπου Μενεμενης ) .
ΕΚΤΑΚΤΟ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Γίνεται γνωστό στην αγάπη σας ,ότι την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020, είναι η εορτή του Αγίου, Οσίου πατρός ημών Στυλιανού του Παφλαγόνος .
Ο Ιερός ναός μας κάθε χρόνο πανηγυρίζει τον ¨Αγιο Στυλιανό τον προστάτη των παιδιών & των βρεφών ,διότι έχουμε και το Παρεκκλήσι του .Φέτος όμως Δυστυχώς Λόγω των αυστηρών υγειονομικών μέτρων, λόγω της πανδημίας ο εορτασμός θα γίνει διαφορετικά και δίχως την συμμετοχή την δική σας.ο Π,Στυλιανός Χαρπαντίδης ( Προϊστάμενος ) του ναού μας θα τελέσει από την παραμονή της εορτής 25 Νοεμβρίου τον Πανηγυρικό Εσπερινό & τον Όρθρο της εορτής του Αγίου, ενώ ανήμερα 26 Νοεμβρίου το πρωί στης 7.30π.μ Κεκλεισμένων των Θυρών,θα τελέσει την Θεία Λειτουργία της εορτής .
ο πάτερ Στυλιανός
αυτή την ημέρα άγει τα σεπτά ονομαστήριά του & όπως προαναφέραμε θα τελέσει την Θεία Λειτουργία εντός του Ιερού Ναού κεκλεισμένων των θυρών.
Ο πάτερ Στυλιανός στο τέλος της Θείας Λειτουργίας δεν θα δεχθεί τις ευχές του χριστεπωνύμου πληρώματος της ενορίας και των ευλαβών προσκυνητών , όπως κατ’ έθος συνηθίζει κατά την ημέρα των ονομαστηρίων του ,στον Ιερό Ναό αλλά μόνο τηλεφωνικώς στο κινητό του 693-7363695
Ο Πάτερ
απευθύνει θερμή παράκληση στον πιστό λαό να συμμετάσχει πνευματικά στην εορτή αυτή και να προσεύχεται στον Κύριο μας Ιησού Χριστό και στην Παναγία Μητέρα του αλλά και στους Αγίους της Πίστεως μας (Αγιο Πολύκαρπο & Αγιο Στυλιανό ) υπέρ ενισχύσεως της ελαχιστότητός του και για την εν γένει πρόοδο της Ενορίας μας αλλά και ο Πανάγαθος Θεός να μας απαλλάξει σύντομα, από τον Πειρασμό και την Δοκιμασία της ασθένειας που μας ταλαιπωρεί και να βρεθούμε όλοι μαζί σύντομα στον ναό μας .
Καλή συνέχεια στον πνευματικό αγώνα της Σαρακοστής των Χριστουγέννων
Η προσευχή κατά τον Ιερό Χρυσόστομο
Στην ορθόδοξη παράδοσή μας, όσο ο άνθρωπος ανέρχεται τις βαθμίδες της πνευματικής προόδου, τόσο εκθειάζει και αναγνωρίζει ως μέγιστο έργο την προσευχή.
Στην χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας συμβαίνει κάτι θαυμαστό, όσο και συγκινητικό: Άνθρωποι με μεγάλες διαφορές στον χαρακτήρα, τις προϋποθέσεις, τις καταβολές, τους πειρασμούς, τα πάθη και τις δωρεές, αποφασίζουν να βαδίσουν τον δρόμο της ολοκληρωτικής αφοσίωσης στον Θεό και την περιφρόνηση όλων των υλικών και κοσμικών απολαύσεων. Τους παρακολουθούμε να επιτελούν αγώνες με ποικιλία έντασης, μεθόδου, αποτελεσμάτων, πισωγυρισμάτων αλλά και θαυμαστής αρπαγής, συχνά απρόβλεπτης και πάντα διενεργούμενης κατά χάριν και όχι βεβαίως ως αξιομισθία ανθρωπίνων κατορθωμάτων. Η μοναδικότητα του κάθε ανθρωπίνου προσώπου επαληθεύεται από την μοναδικότητα της πνευματικής πορείας ενός εκάστου των αγίων μας, αλλά και των ιδιαιτέρων δωρεών που αξιώνεται, πάντα προς χάριν και παραμυθία του λαού του Θεού, που διαχρονικά καταφεύγει σ΄ αυτούς ως την εσχάτη καταφυγή, όταν οι καιροί οδηγούν τους ανθρώπους στην απόγνωση.
Πολλά τα χαρίσματα, πολλοί οι πειρασμοί, πολλά τα κατορθώματα ενός εκάστου. Λίγα τα κοινά: Η ταπεινοφροσύνη ως η μεγίστη των αρετών, η αγάπη, ως η μεγίστη των ευεργεσιών προς το πλήρωμα της Εκκλησίας. Και μεταξύ αυτών η προσευχή, ως η υψίστη μέθοδος, η υψίστη οδός, ο ύψιστος προορισμός.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν αποτελεί εξαίρεση. Το πρόσωπο του αποτελεί ένα εξ εκείνων των προσώπων, που η εκκλησιαστική ιστορία περιέσωσε και περιέγραψε με πλήθος στοιχείων προς ευργεσίαν των πιστών μέχρι της συντελείας του αιώνος. Χαρακτήρας, καταγωγή, σπουδές, διαδρομή, πειρασμοί, χαρίσματα, δωρεές και τέλος διώξεις και μαρτύριο είναι γνωστά. Το πλήθος των κειμένων του τον αναδεικνύουν ως μέγιστο παιδαγωγό και δημιουργό λόγου, τα οποία αναδεικνύουν την δομημένη σκέψη του, την χαριτωμένη ιδιοσυγκρασία του, την ανδρεία του φρονήματός του, το εύρος των γνώσεων και την διαρκή μέριμνα προς το ποίμνιό του. Η θεματολογία του ευρύτατη και η διεισδυτικότητα του άφταστη, που σε συνδυασμό με την αμεσότητα του λόγου του και την αγαπητική του διάθεση, καθιστούν τα κείμενά του διαχρονικά. Και μέσα σ΄ αυτά, αποδέκτης των θερμότερων λόγων του, ως καταγραφή, μοιραία ελλιπή-καθώς υπάρχουν πράγματα, που η ανθρώπινη γλώσσα αδυνατεί να περιγράψει-η προσευχή.
Για να κατανοήσει κανείς το περιεχόμενο που προσδίδει στην ύψιστη αυτή πράξη της πνευματικής ζωής, πρέπει να γνωρίζει και τις συνθήκες του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου. Ο τέταρτος αιώνας είναι κρίσιμος για την επί της γης πορεία της Εκκλησίας. Οι διωγμοί δεν έχουν ξεχαστεί και όπως συμβαίνει πάντα, η ένταση μιας καταστάσεως ακολουθείται, αργά η γρήγορα, από ανάλογη ένταση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εδώ έχουμε τον υπέρμετρο ενθουσιασμό και την θριαμβολογία μιας νεοσύστατης Χριστιανικής αυτοκρατορίας που αντικαθιστά τη φρίκη σκληρότατων διωγμών. Τι πιο ανθρώπινο να οδηγηθούν οι μέχρι πρόσφατα διωκόμενοι στην εντύπωση πως πλέον ο παράδεισος εγκαταστάθηκε στη γη; Οι συνέπειες γνωστές και οι συνθήκες αναμενόμενες:
Η Χριστιανική πίστη, από όνειδος, είναι πλέον το διαβατήριο κοινωνικής καταξίωσης. Η κοσμική δικαίωση αγώνων και μαρτυρίων μοιραία αμβλύνει το φρόνημα των πνευματικών αγώνων. Ο αναχωρητισμός της εποχής εκείνης αποτελεί την αντίδραση μερίδας των Χριστιανών να διασώσουν την πίστη από την εκκοσμίκευση και αναζητήσουν το μαρτύριο, όχι πλέον στα ιπποδρόμια και τις αρένες, αλλά στις εσωτερικές αόρατες παλαίστρες της ψυχής, όπου ο αληθινός κοσμοκράτορας διεκδικεί μέσω των παθών την άλωση των ψυχών.
Στον αγώνα αυτόν, η προσευχή, ως πνευματική και σωματική εργασία πρέπει να ερμηνευθεί πια ως κάτι ευρύτερο από απλό αίτημα σωτηρίας. Δεν έχει κλείσει καλά καλά ένας αιώνας από τότε που η προσευχή ήταν κατανοητή ως αίτημα προστασίας από τους διώκτες ή ως αίτημα αναπαύσεως από τον πόνο των φρικτών βασανιστηρίων. Τώρα όμως έχει έρθει η ανάπαυσις, συνοδευόμενη από ευημερία, ασφάλεια και άσθμα ισχύος και υπεροχής. Τι θέση πια κατέχει η προσευχή στη ζωή του μέσου πιστού; Τι να ζητήσει με αληθινό ζήλο και όχι απλώς διεκπεραιώνοντας μια τυπική διαδικασία; Ποια φλογερή ανάγκη να αναδειχτεί που θα μετατρέψει την προσευχή σε ανάλογο πυρ, αναβαίνον μέχρι του θρόνου του Θεού;

Η παρουσία των τριών Ιεραρχών, μεταξύ των οποίων και ο Ιερός Χρυσόστομος, αποτελούν για την Εκκλησία αληθινή δωρεά. Άνθρωποι του κόσμου οι ίδιοι, έστυψαν όλο το φάσμα της κοσμικής γνώσεως, συλλέγοντας τους γλυκείς χυμούς του. Και συγχρόνως, φωτεινά πνεύματα που δόμησαν ατράνταχτο θεολογικό λόγο, που θα κινδύνευε να μεταβληθεί σε κοσμικό σύστημα στοχασμού, αν δεν διαποτιζόταν από έντονη πνευματική εργασία και αγώνα εναντίον προσωπικών παθών. Εκεί έγκειται το μεγαλείο της κληρονομιάς του Χρυσοστόμου: Στην διαρκή διαλεκτική ανάμεσα στον θεολογικό στοχασμό και το νηπτικό βίωμα.
Για τον θεολόγο Χρυσόστομο, ο Θεός είναι ακατάληπτος και απρόσιτος για την ανθρώπινη φύση. Τα ανθρώπινα προσόντα δεν επαρκούν για να Τον προσεγγίσει ο άνθρωπος. Ο Θεός όμως δεν επιθυμεί να παραμείνει μακρινός. Αυτό αποτελεί το πρώτο και βαθύτερο αίτιο της Θείας οικονομίας. Ο άνθρωπος επικοινωνεί κατά χάριν με τον Θεό και απολαμβάνει περάν πάσης αξιομισθίας, αλλά και περάν πάσης συγχύσεως θειας και ανθρωπίνης φύσεως, τις απολυτρωτικές θείες δωρεές. Γέφυρα μεταξύ των δύο φύσεων, θεμελιωμένης από τη μεριά του Θεού, αποτελεί η ενσάρκωση, ως το μέγιστο δείγμα της θείας αγάπης. Γέφυρα μεταξύ των δύο φύσεων, θεμελιωμένης από τη μεριά του ανθρώπου, είναι η αποδοχή και το «γένοιτο» του ανθρώπου που ακούστηκε από το στόμα της Παναγίας. Μια διαρκή ενίσχυση αυτού του «γένοιτο» για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά αποτελεί η προσευχή.
Το μεγαλείο της προσωπικότητας του Ιερού Χρυσοστόμου φαίνεται από το βάθος της γνώσης του ως προς την προσευχή. Ουσιαστικά η διδασκαλία του εμπεριέχει εν σπέρματι αλλά και ευρύτερα όλη την σοφία των νηπτικών Πατέρων που η συστηματική καταγραφή της εμπειρίας τους θα αρχίσει δύο αιώνες αργότερα. Το εντυπωσιακό όμως είναι πως στην περίπτωση των Πατέρων εκείνων, η μυστική εμπειρία πραγματοποιείται στην έρημο ή στις σκήτες, μακριά από την βουή των πόλεων και της κοσμικής συναναστροφής. Ο ιερός Χρυσόστομος όμως είναι ποιμένας και η ζωή του χαρακτηρίζεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που συνεπάγεται ο ρόλος και αργότερα το αξίωμά του. Η συναναστροφή, οι κοσμικές υποχρεώσεις, η διοίκηση, οι κάθε είδους ευθύνες, αποτελούν στοιχεία που θεωρητικά δεν θα έπρεπε να αφήνουν χρόνο, όχι μόνον για μυστική εργασία, αλλά ούτε καν για ύπνο. Κι όμως! Αυτά τα καθήκοντα δεν εμπόδισαν τον μέγα Ιεράρχη να συγγράψει έναν εντυπωσιακό σε όγκο έργο, αλλά και να επιδοθεί σε πνευματική εργασία εφάμιλλη των μεγάλων ασκητών σε βάθος και ποιότητα. Και μάλιστα είναι φανερό πως το μείζον αποτελεί καρπό αυτής ακριβώς της εργασίας και όχι όλου του άλλου μόχθου του. Πάλλεται η καρδιά του αγίου όταν μιλά περί προσευχής, όπως διαβάζουμε στις δύο ομιλίες του «Περί προσευχής» στον 50ο τόμο της Πατρολογίας του Migne, 775)
«τοῦτο ζωὴν, τοῦτο ὑγείαν καὶ πλοῦτον, τοῦτο πέρας ἀγαθῶν εἶναι νομίζοντες, τὸ προσεύχεσθαι τῷ Θεῷ μετὰ καθαρᾶς καὶ ἀδιαφθόρου ψυχῆς».
Ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει πως υπάρχει άμεσος σύνδεσμος μεταξύ προσευχής και ακτίστου φωτός, διδασκαλία, η οποία θα φτάσει σε συστηματική παρουσίαση οκτακόσια σχεδόν χρόνια αργότερα, στην διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
«Εἰ οὖν τυφλῷ ζημία τὸ μὴ ὁρᾷν τὸν ἥλιον, πόση ζημία Χριστιανῷ τὸ μὴ προσεύχεσθαι συνεχῶς καὶ διὰ τῆς εὐχῆς τὸ τοῦ Χριστοῦ φῶς εἰς τὴν ψυχὴν εἰσάγειν;»
Στην προσευχή βρίσκει ο ιερός Πατήρ το σημείο υπεροχής ακόμη και εν συγκρίσει με τους αγγέλους. Διότι κατ΄ εξοχήν στον θνητό άνθρωπο δίδεται το προνόμιο να διαλέγεται με την Πηγή της αθανασίας. Η υπέρβαση της τρεπτής, ακόμη, ανθρώπινης φύσης είναι μεγαλύτερα από εκείνης των αγγέλων, που εν πάση περιπτώσει κινούνται στα πλαίσια της παγιωμένης στο αγαθό φύσεώς τους. Στον πεπτωκότα όμως άνθρωπο η απόσταση που καλύπτει η προσευχή είναι κολοσσιαία, αντίστοιχη της αποστάσεως μεταξύ κτιστού και Ακτίστου.
Κάθε έργον ευσεβείας είναι προκαταρκτικό της λειτουργίας της προσευχής και χωρίς αυτήν, κάθε έργο είναι καταδικασμένο σε μαρασμό και ασήμαντη αποτελεσματικότητα: Εἴτε γὰρ παρθενίας τις ἐραστὴς, εἴτε τὴν ἐν γάμῳ σωφροσύνην τιμᾷν ἐσπουδακὼς, εἴτε κρατεῖν ὀργῆς καὶ πραότητι συζῇν, εἴτε φθόνου καθαρεύειν, εἴτε ἄλλο τι τῶν προσηκόντων ποιεῖν, προσευχῆς ἡγουμένης, καὶ προλεαινούσης τὴν τοιαύτην ὁδὸν τοῦ βίου, εὐχερῆ τε καὶ ῥᾴδιον ἕξει τὸν τῆς εὐσεβείας δρόμον.
Για τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, δεν υπάρχει δισταγμός ούτε αβεβαιότητα ως προς το ποιόν και το αποτέλεσμα της προσευχής. Τα της προσευχής αιτήματα αποτελούν θεμελίωση της σχέσης Πατρός με υιούς και θυγατέρες. Επικαλείται το βιβλικό «Τίς ἐστι, ἐξ ὑμῶν, ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; ἢ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;», ώστε να συνδυάσει την θεία παντοδυναμία με την πατρική τρυφερότητα και να επιβεβαιώσει και δι΄ αυτής της οδού τη σημασία της προσευχής, ως ενισχύουσα μια τέτοια σχέση.
Ως προς την αξιολόγηση των όντως αθλητών του Χριστού, ο ιερός Πατήρ είναι λιτός και επιγραμματικός: «Κριτήριο για μένα», λέει, «είναι να ιδώ άνθρωπο που είναι ερωτευμένος με την προσευχή και δεν έχει άλλο χειρότερο από το να τη στερηθεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι είδη σεσωσμένος και συγκαταλέγεται στην χορεία των αγίων, όντας ήδη ναός Θεού. Διαφορετικά, πώς είναι δυνατόν», αναρωτιέται, «να ποθείς τις αρετές και να αγωνίζεσαι με κάθε τρόπο να τις αποκτήσεις, αν έχεις διακόψει την προσευχή, ως απευθείας σχέση με Εκείνον που τις παρέχει. Ποιος αναζητά νερό αγνοώντας την πηγή του; Αλλά και η σωφροσύνη της ψυχής, ο στολισμός της, η τελειότητά της, πως είναι δυνατόν να θεωρηθεί εφικτή χωρίς την θεια παρέμβαση; Ποιος τολμά να πει πως είναι σε θέση να καλλωπίσει την ύπαρξή του μέσω των κατορθωμάτων του και όχι μέσω τη χάριτος; Διότι η εργασία των αρετών δεν αποτελεί προϋπόθεση σωτηρίας, αλλά προϋπόθεση υποδοχής της χάριτος που εργάζεται την σωτηρία μας.

Πώς λοιπόν μπορεί ο αγωνιστής του πνεύματος να αμελήσει τον σύνδεσμο με τον κατ΄ εξοχήν παράγοντα αναγέννησης της ψυχής του; Χωρίς προσευχή λοιπόν, αποτελεί διαρκή κίνδυνο η διολίσθηση προς την έπαρση, η οποία πείθει τον άνθρωπο πως μπορεί με τα έργα του να σωθεί. Αυτό το πάθος της επάρσεως και της αλαζονείας είναι που μπορεί να διαβρώσει και να ακυρώσει ακόμη και τους αιματηρότερους αγώνες και η προσευχή αποτελεί την μοναδική αποτελεσματική οδό αποφυγής του.
Αντίθετα, και από μόνη της προσευχή είναι σε θέση να εξισορροπήσει το βάρος όλων των παθών κι από μόνη της να μεταμορφώσει τη ζωή: Λέγει για του Νινευίτες: «Ἅμα τε γὰρ ἔλαβεν αὐτοὺς ἡ προσευχὴ, καὶ δικαίους ἐποίησε, καὶ πόλιν εἰθισμένην ἀκολασίᾳ καὶ πονηρίᾳ καὶ παρανόμῳ βίῳ συζῇν, ἐπανώρθωσεν ὀξέως, παλαιᾶς συνηθείας μεῖζον ἰσχύσασα, τῶν οὐρανίων νόμων πλήρη πεποιηκυῖα τὴν πόλιν, συνεφελκομένη μεθ’ ἑαυτῆς καὶ σωφροσύνην, καὶ φιλανθρωπίαν, καὶ πραότητα, καὶ πρόνοιαν πτωχῶν».
Αιώνιο το παράδειγμα της πόλης Νινευή. Διότι, όπως αναφέρει, η ζωή του ανθρώπου συχνά προσομοιάζει με αισχράν γυναίκα, ενδεδυμένη κουρέλια και φέρουσα κάθε είδους πληγή. Και είναι αρκετή η καρδιακή προσευχή να επαναφέρει την λαμπρή πρώτη στολή και να παραστήσει την ανθρώπινη ύπαρξη καθαρή και άμωμη ενώπιον του θρόνου του Θεού.
Η προσευχή αποτελεί συγχρόνως ιάμα και τείχος προστασίας. Τειχίζει την ύπαρξη και δεν επιτρέπει να διαχέονται οι κόποι των αγώνων, όταν οι σωματικές δυνάμεις εξασθενούν και επέρχεται η χαύνωση και η ραθυμία. Είναι φανερό πως ο ιερός πατήρ γνωρίζει από εμπειρία πως οι σωματικές δυνάμεις δεν είναι πάντα διαθέσιμες, ούτε το σφρίγος τους μόνιμο. Χωρίς αυτές, η εργασία των αρετών μοιραία ατονεί και άλλη οδός ανασυντάξεως και επανεκκινήσεως δεν υπάρχει από την προσευχή. Αυτή δεν ζητά κόπο σώματος. Ακόμη και την ώρα της αναπαύσεως, ακόμη και το κρεβάτι του πόνου, ακόμη και στη διάρκεια του ύπνου, η προσευχή αποτελεί πάντα τον απλούστερο και τον αποτελεσματικότερο δρόμο προς συνάντησιν του Θεού. Τελικώς , αναρωτιέται, μήπως καταναλώνουμε δυνάμεις με διάθεση και ζήλο στην εργασία των αρετών και περιφρονούμε το απλό, το άμεσο, το ταχύτατο για να συναντήσουμε Αυτόν που ποθεί η καρδιά μας;
Ταπεινός ο ίδιος, επικαλείται την εμπειρία του Αποστόλου Παύλου: «Τῇ προσευχῆ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ, ἐν εὐχαριστίᾳ· καὶ ἀλλαχοῦ, Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, φησὶν, ἐν παντὶ εὐχαριστοῦντες· τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα Θεοῦ· καὶ ἑτέρωθι πάλιν, Προσεύχεσθε ἐν παντὶ καιρῷ ἐν πνεύματι, εἰς αὐτὸ ἀγρυπνοῦντες, ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει. Οὕτω πολλαῖς καὶ θείαις φωναῖς ἐπὶ προσευχὴν ἡμᾶς καλεῖ συνεχῶς ὁ τῶν ἀποστόλων ἡγεμών».
Με πολύ συγκινητικό τρόπο, που κυριολεκτικά χτυπά κατευθείαν στην καρδιά και τον πιο απλό χριστιανό, είναι η σύνδεση που κάνει ο ιερός πατήρ μεταξύ προσευχής και ντροπής. Με τρόπο που αποδεικνύει την βαθιά ποιμαντική εμπειρία του αλλά και την προσωπική του αγωνία, περιγράφει την προσευχή ως τον κατ΄ εξοχήν παράγοντα αυτογνωσίας. Η προσευχή, τοποθετούσα διαρκώς ενώπιον του πανάγαθου Θεού την ύπαρξη, την θέτει υπό κρίσιν, όχι με χαρακτηριστικό τον φόβο ή την απειλή αλλά το φιλότιμο, που γεννιέται από την σύγκριση. Η προσευχόμενη ύπαρξη εμβαθύνει διαρκώς στην θεία αγάπη, η οποία φωτίζει με τρόπο λυτρωτικό και όχι επικριτικό την ανθρώπινη ατέλεια και σκληροκαρδία.
«οἱ προσευχόμενοι σπουδαίως, οὐχ ὑπομένουσιν οὐδὲν παθεῖν τῆς προσευχῆς ἀνάξιον, ἀλλ’ αἰσχυνόμενοι τὸν Θεὸν, ᾧ διελέχθησαν ἄρτι».
Η συνάντηση με τον Θεό μέσω της προσευχής αποκαλύπτει περίτρανα το αίσχος της ψυχής που επέτρεψε κατά το παρελθόν να εισέλθει δια των παθών ο δαίμονας στην ψυχή και απορούν πως είναι δυνατόν ο πανάγιος Θεός να καταδεχτεί να ενοικήσει σε ψυχή που επανειλημμένως αμαυρώθηκε από την συγκατάνευση και την υποταγή σε ζοφερές συνήθειες και πράξεις. Και, ώ του θαύματος, η συναίσθηση αυτή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσωτερική εξουθένωση, οδηγεί στην συνειδητοποίηση πως ο Θεός συμπεριφέρεται σα να άρχισε τώρα η ζωή και σα να μην επήλθε ποτέ ούτε ρήξη, ούτε πτώση. Αυτό το πάγγλυκο συναίσθημα της πατρικής αποδοχής καμία άλλη πράξη δεν μπορεί να εξασφαλίσει παρά μόνον η προσευχή.
Με ευρηματικό και χαριτωμένο τρόπο ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει πως η προσευχή μπορεί ευκολότατα να εξισώσει τον τελευταίο πιστό με τον κορυφαίο άγιο. Φέρνει ως παράδειγμα τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ, ἐν εὐχαριστίᾳ, προσευχόμενοι ἅμα καὶ περὶ ἐμοῦ, ἵνα μοι δοθῇ λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματός μου ἐν παῤῥησίᾳ, λαλῆσαι τὸ μυστήριον τοῦ Εὐαγγελίου. Τί λέγεις; τοσαύτην ἡμῖν παῤῥησίαν αἱ προσευχαὶ διδόασιν, ὡς ὑπὲρ Παύλου τολμᾷν τὸν Θεὸν ἱκετεύειν; τις τολμᾷ στρατιώτης ὑπὲρ τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ τὸν βασιλέα παρακαλεῖν; Καίτοι γε οὐδεὶς οὕτω στρατηγὸς τῷ βασιλεῖ φίλος, ὡς Παῦλος τῷ Θεῷ· ἀλλ’ ὅμως εἰς τοσαύτην ἄγουσιν ἡμᾶς αἱ προσευχαὶ τιμὴν, ὡς ὑπὲρ Παύλου τολμᾷν τὸν Θεὸν ἱκετεύειν».
Σε κάθε φράση του για την προσευχή, ο άγιος Ιωάννης προσφέρει θησαυρό. Θα άξιζε όμως να δει κανείς λίγο γενικότερα το θέμα. Παρά την μεγάλη του εκτίμηση στην προσευχή, δεν δίνει οδηγίες. Η θέση του για την προσευχή κατευθύνει τον προσεκτικό παρατηρητή να εξετάσει μήπως γι’ αυτό η προσευχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από λόγους. Διαβάζοντας το κείμενο του σε δύο κεντρικές ομιλίες περί προσευχής έχει την αίσθηση πως αγωνίζεται να την περιγράψει, καταφεύγοντας πολλές φορές σε βιβλικά χωρία και επαναλήψεις με ελαφρές αποκλίσεις. Αυτό δεν δείχνει αδυναμία λόγου του μεγίστου Χριστιανού ρήτορος αλλά μάλλον συμβιβασμό με το γεγονός πως η προσευχή δεν είναι πράξη, αλλά κατάσταση της ψυχής του, κάτι που θα διατυπώσουν αργότερα οι Νηπτικοί Πατέρες. Πρόκειται για εκείνην την κατάσταση, στην οποίαν η καρδία, από ένα σημείο και πέρα προσεύχεται από μόνη της, χωρίς καν την παρεμβολή της θελήσεως, η οποία άλλωστε έχει αποδοθεί πλήρως στον Θεό. Πρόκειται για κατάσταση, στην οποίαν όλη η ύπαρξη αναπνέει δια της προσευχής και η οποία εκπέμπεται αβίαστα, κινούμενη διαρκώς από το αίτημα στη δοξολογία και από κει στη σιωπή. Σιωπή όχι αδυναμίας αλλά εξαντλήσεως των λεκτικών μέσων. Είναι αυτή η καρδιακή προσευχή, κατά την οποία δεν προσεύχεται ο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, ο εγκατεστημένος δια του βαπτίσματος εις την καρδίαν.
Δεν είναι της παρούσης να περιγραφεί η κατάσταση αυτή. Αρκεί ίσως να κρατήσουμε πως η προσευχή, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο συγκεφαλαιώνει όλη την πνευματική ζωή και σαφώς την υπερβαίνει, οδηγώντας τόν προσευχόμενο σε άμεση σχέση με τον Θεό, από την οποίαν κάθε διακοπή γίνεται πρόξενος αφόρητου πόνου μια πικρής εγκατάλειψης. Και αν είναι κάτι να κρατήσουμε στην καρδιά μας ας είναι τα δικά του λόγια: «Προσευχὴ σωτηρίας ἀφορμὴ, ἀθανασίας πρόξενος ψυχῆς, τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος ἀῤῥαγὲς, φυλακτήριον ἄσειστον, φοβερὸν μὲν τοῖς δαίμοσι, σωτήριον δὲ τοῖς εὐσεβέσιν ἡμῖν».
Βίος του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου & Αγίου Κωνσταντίνου του Υδραίου
Ο Άγιος Φίλιππος ο Απόστολος
εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου
Υπήρξε ένας από τους δώδεκα. Και μάλιστα επίλεκτο μέλος της αγίας αυτής ομάδος.
Την πρώτη γνωριμία του με τον Χριστό μας την παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης με τούτα τα λόγια: «Τη επαύριον ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν•και ευρίσκει Φιλιππον και λέγει αυτώ•ακολούθει μοι» (Ιωαν. α’ 44). Ύστερα από το βάπτισμά Του και την τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στην έρημο και τους πειρασμούς Του από τον διάβολο, νικητής αποφασίζει να αναχωρήσει από την Ιουδαία στην Γαλιλαία για την έναρξη του έργου του. Εκεί, σαν έφθασε o Κυριος μας , βρήκε μεταξύ των πρώτων τον Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά, την ίδια πόλη από την οποία καταγόντουσαν και οι άλλοι δύο Απόστολοι και αδελφοί, Ανδρέας και Πέτρος. Πτωχοί και απλοϊκοί άνθρωποι ήσαν όλοι αυτοί. Όμως ο Κύριος τέτοιους εργάτες κατά κανόνα διαλέγει για τη διακονία Του. Ανθρώπους ταπεινούς και καλοδιάθετους. Την αγνή και πρόθυμη διάθεση είδε ο Κύριος στα βάθη της ψυχής του Φιλίππου και αυτήν εξετίμησε και έσπευσε να του μιλήσει και να του απευθύνει την τιμητική πρόσκληση: «Ακολούθει μοι», ακολούθησέ με.
Την αξία αυτής της κρίσεως την βλέπουμε αμέσως στον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιππος έσπευσε να ανταποκριθεί στην ιερή πρόσκληση του Ιησού, χωρίς κανένα ενδοιασμό, αλλά με ενθουσιασμό και ζηλευτή προθυμία αφήνει τα πάντα και ακολουθεί τον Κύριο. Αφήνει εργασία, γονείς, φίλους και γνωστούς, σπίτι, μικρή έστω περιουσία και σπεύδει να γίνει ένας ακόλουθος της συντροφιάς του Ιησού. Κάπως παράξενη η σπουδή του να ακολουθήσει τον Κύριο, θα σκεφθεί ίσως κάποιος. Παράξενη μπορεί να φαίνεται. Αν θελήσουμε όμως να προσέξουμε και να εμβαθύνουμε λίγο στα λόγια του Ευαγγελιστή Ιωάννη, η απορία αυτή θα διασκεβασθεί αμέσως. «Ην δε ο Φιλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πετρου». (Ιωάν. α’ 45). Ο Φίλιππος δηλαδή καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Ιδού το μυστικό της προθυμίας του Φιλίππου να ακολουθήσει τον Κύριο. Ήταν συμπολίτης του Ανδρέα. Και ο Ανδρέας ήταν μία από τις ευγενικές εκείνες καρδιές που με λαχτάρα περίμενε τον Μεσσία. Ο πόθος του αυτός τον έσπρωξε να γίνει και μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Και αυτά που άκουε από την φωνή «του βοώντος εν τη ερήμω», φρόντιζε να τα μεταφέρει συχνά και να τα κάμνει γνωστά και στους άλλους. Πόση καλοσύνη και ευγένεια ψυχής δεν φανερώνει τούτο το παράδειγμα! Μα και πόσο ιεραποστολικό ζήλο για την ευτυχία και την σωτηρία των άλλων!
Όταν ο Ανδρέας μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή γνώρισε τον Κύριο και κλήθηκε πρώτος να γίνει μαθητής Του, φρόντισε αμέσως την χαρά του να την μοιρασθεί με τον αδελφό του Πέτρο. Αδελφέ μου, του είπε, «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ναι! Βρήκαμε Εκείνον, που περιμέναμε. Βρήκαμε τον Χριστό. Έτσι ερμηνεύεται στα Ελληνικά η λέξη Μεσσίας.Το παράδειγμα του Ανδρέα επαναλαμβάνει και ο Φίλιππος. Μόλις και αυτός κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού, σπεύδει και αυτός να κάμει κοινωνό της χαράς του τον φίλο του Ναθαναήλ. Πόσο απλά μας εκθέτει ο θείος ευαγγελιστής την χειρονομία αυτή του Φιλίππου! «Ευρίσκει Φιλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ•ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιωάν. α’ 46). Ναθαναήλ φίλε μου, βρήκαμε αυτόν για τον οποίον έγραψαν ο Μωϋσής και οι Προφήτες. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ.
Ο Φίλιππος δεν τα χάνει. Με απόλυτη βεβαιότητα σε ότι λέγει, του απαντά: «Έρχου και ίδε». Φίλε μου, έλα κι εσύ να δεις με τα μάτια σου και να αντιληφθείς μοναχός σου αυτό που σου λέω. Να βεβαιωθείς δηλαδή και να πιστοποιήσεις και σε άλλους, ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι αυτός που περιμέναμε, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας των ανθρώπων. Πλησίασε τον Χριστό και σε λίγο διαπίστωνε και ο ίδιος και ομολογούσε με την περίφημη φράση «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» το πιστεύω του. Δηλαδή, Διδάσκαλε, στ’ αλήθεια, συ είσαι ο γιος του Θεού, συ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ, που με οδηγό τις προφητείες περιμέναμε. Και δεν ομολογεί μονάχα τον Ιησού σαν τον άνθρωπο των προφητειών, μα και τον ακολουθεί και γίνεται ένας από τους δώδεκα μαθητές Του, ο γνωστός και με το άλλο όνομα Βαρθολομαίος.
Τρία χρόνια παρακολούθησε ο Φίλιππος τον Κύριο. Τρία χρόνια ακούει την διδασκαλία Του και παρακολουθεί τα θαύματά Του. Τρία χρόνια δέχεται την ευεργετική Του επίδραση και ενισχύεται στο έργο που τον περιμένει.Μερικά περιστατικά από τη ζωή του κοντά στον Ιησού, μας δείχνουν τον ζήλο του, αλλά και τις αδυναμίες του. Μας δείχνουν ακόμη και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η προσωπικότητά του στον κύκλο των δώδεκα. Τα περιστατικά αυτά θεωρήσαμε σκόπιμο να παραθέσουμε πιο κάτω, για να τα μελετήσουμε. Μας λένε τόσα πολλά.
Στις παραμονές των Παθών του Κυρίου, ως προσκυνητές ήλθαν στα Ιεροσόλυμα και πολλοί Έλληνες προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό. Αυτοί με όσα είχαν ακούσει για τον Κύριο, ένοιωσαν στην καρδιά τους βαθύ τον πόθο για να τον γνωρίσουν καλύτερα και να έχουν μαζί Του μια ιδιαίτερη συνομιλία. Στην περίπτωση αυτή το όνομα του Φιλίππου, όνομα ελληνικό, τους έδωκε το θάρρος να τον πλησιάσουν και να του φανερώσουν την επιθυμία τους: «Κύριε, του είπαν, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν». Κύριε, θέλουμε να ιδούμε τον Ιησού. Να η παράκληση που του απηύθυναν. Παράκληση και επιθυμία ζηλευτή και αξιοπρόσεκτη. Και ο Φίλιππος, που ήθελε την χαρά, που ένοιωθε αυτός με το να ακολουθεί τον Κύριο και να ακούει τα θεία λόγια Του, να την δοκιμάζουν και άλλοι, έσπευσε να συνεννοηθεί σχετικά με τον αγαπητό του Ανδρέα και ύστερα μαζί να οδηγήσουν τους Έλληνες στον Ιησού. Τι θέματα κουβέντιασαν οι πρόγονοί μας με τον Κύριο κατά τη συνάντησή τους εκείνη δεν γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως ο Κύριος σαν είδε τους Έλληνες να πλησιάζουν είπε τα τιμητικά και θαυμαστά εκείνα λόγια: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. ιβ’ 23). Έφτασε δηλαδή η ορισμένη από τον Θεό ώρα, για να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου. Να δοξασθεί με τη Σταύρωση και την Ανάληψή Του και να αναγνωρισθεί ως Μεσσίας και Λυτρωτής από τους Έλληνες, που την στιγμή αυτή αντιπροσωπεύουν και όλο τον εθνικό κόσμο. Ευλογημένη και μεγάλη η ημέρα εκείνη. Ναι! πολύ μεγάλη. Γιατί αν η προσέλευση των εθνών στον Χριστό και την διδασκαλία Του αποτελεί μία νίκη και ένα θρίαμβο του Χριστού και του έργου Του, ο ερχομός των Ελλήνων στην πίστη την χριστιανική έχει κάτι το πολύ ανώτερο. Αυτοί, οι Έλληνες, έδωσαν στον Κύριο όχι μόνο την γλώσσα τους, αλλά και τους πιο πολλούς ζηλωτές ιεραποστόλους για την εξάπλωση του χριστιανικού κηρύγματος στον κόσμο.
Με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής όλες αυτές φυσικά οι αδυναμίες των μαθητών πέρασαν. Μαζί με τους άλλους Αποστόλους και ο Φίλιππος ξεκίνησε για να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας εκεί που η αγάπη του Θεού τον κάλεσε. Με πίστη και ενθουσιασμό και πυρωμένη καρδιά ο πνευματέμφορος αυτός εργάτης της νέας πίστεως συνοδευόμενος πάντα και από τον φίλο του Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη προχώρησε και κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού σε διάφορες πόλεις της Λυδίας, της Μυσίας και της Παρθίας. Λυδία και Μυσία. Επαρχίες της Μ. Ασίας. Η Λυδία βρισκόταν προς τα Ν.Δ. και η Μυσία στα βόρειά της Μ. Ασίας. Η Παρθία ήταν ορεινή χώρα στα νοτιανατολικά της Κασπίας θάλασσας. Οι κάτοικοι Πάρθοι.
Παρά τις αφάνταστες δυσκολίες που συναντούσαν όπου πήγαιναν και τα εμπόδια που ο διάβολος παρενέβαλλε στο έργο τους, εν τούτοις οι Απόστολοι νικούσαν στο τέλος και το έργο του Κυρίου προχωρούσε μέρα με την ημέρα. Πολύ συνέβαλαν στην προσπάθειά τους και τα πολλά θαύματα με τα οποία τους χαρίτωσε ο Κύριος. Θαύματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών, αλλά και αναστάσεως νεκρών. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και τούτο:
Βρισκόταν ο Απόστολος με την συνοδεία του στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Εκεί ο μισόκαλος διάβολος βλέποντας τον εαυτό του νικημένο, παρεκίνησε μερικούς να συλλάβουν τον Απόστολο και να τον βασανίσουν. Δεμένο τον οδήγησαν πρώτα στο δικαστικό βουλευτήριο. Εκεί ο έπαρχος Αρίσταρχος σαν τον είδε εφρύαξε κυριολεκτικά. Νομίζεις, του λέγει, πως μπορείς να τρομάξεις και εμένα με τις μαγικές σου πράξεις;
Και χωρίς άλλο λόγο τον άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε να τον σέρνει εδώ και εκεί και να τον βασανίζει. Στην ενέργεια αυτή του ασεβή έπαρχου ο Απόστολος δεν κρατήθηκε. Για να τον σωφρονίσει, αλλά και για να δώσει ένα μάθημα και στους άλλους που παρακολουθούσαν τον βασανισμό του, φώναξε δυνατά κι είπε:
– Κύριε, γνωρίζω την ευσπλαγχνία σου. Όχι για να ικανοποιηθώ για την αδικία που μου γίνεται, αλλά για να σωφρονισθεί ο σκληρός αυτός άρχοντας για ότι μου κάμνει, μα και να γνωρίσουν και οι άλλοι την δύναμή Σου και να ιδούν, ότι δεν είσαι μόνο αγάπη, αλλά και τιμωρός των κακών, δώσε να παραλύσει τούτο το χέρι, που κτυπά στην κεφαλή, που συ ευλόγησες.Μόλις τέλειωσε τον λόγο του ο θείος Απόστολος το θαύμα έγινε. Βαριά τιμωρία κτύπησε τον αναιδή και άδικο άρχοντα. Το χέρι ξεράθηκε. Και ακόμη το ένα μάτι του τυφλώθηκε και τα αυτιά του κουφάθηκαν. Στο θέαμα αυτό οι παρευρισκόμενοι τρόμαξαν και με συντριβή ψυχής άρχισαν να παρακαλούν τον Απόστολο να τον σπλαγχνιστεί και να τον ξανακάμει καλά. Στην παράκλησή τους ο ανεξίκακος μαθητής τόνισε:
– Ο άρχοντας μπορεί να γίνει καλά, αρκεί τόσο αυτός, όσο και εσείς να πιστέψετε στον αληθινό Θεό και στον Ιησού Χριστό που έστειλε και έπαθε για μας.
Μια νεκρική πομπή, που περνούσε την ώρα εκείνη από το μέρος εκείνο, σταμάτησε ξαφνικά. Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς, που συνόδευαν τον νεκρό και έτυχε να είναι φίλοι κι ομοϊδεάτες του άρχοντα, στράφηκαν με διάθεση εκδικήσεως στον Απόστολο και του είπαν ειρωνικά:
— Αν ο Θεός σου μπορεί να αναστήσει τούτο τον νεκρό, που παίρνουμε να θάψουμε, τότε να Τον πιστέψουμε και εμείς και ο Αρίσταρχος, ο άρχοντάς μας.
Συγκλονισμένος ο Απόστολος από την πρότασή τους, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και αφού έκαμψε τα γόνατα, ανέπεμψε μυστικά μια ολόθερμη προσευχή. Ύστερα, αφού στράφηκε προς τον νεκρό που βρισκόταν στο φέρετρο, τον κάλεσε με το όνομά του και του είπε:
– Θεόφιλε, ο Παντοδύναμος Θεός σε διατάζει να σηκωθείς και ελεύθερα να πεις ότι θέλεις.Ευλογητός ο Θεός! Το θαύμα έγινε στην στιγμή. Ο νεκρός σηκώθηκε από το φέρετρο, πετάχτηκε κάτω, και αφού γονάτισε μπροστά στον Απόστολο του είπε μ’ έναν αναστεναγμό βαθιάς ανακουφίσεως.Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε. Σ’ ευχαριστώ, άγιε του Θεού, για την σωτηρία που μου χάρισες. Μερικοί μαύροι και απαίσιοι με έσερναν από τα χέρια, για να με ρίξουν στην Κόλαση. Η παρέμβασή σου με γλίτωσε. Θα έφευγα από τούτο τον κόσμο αμαρτωλός, χωρίς να ξέρω την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μία. Ο Ιησούς Χριστός που κηρύττεις είναι ο αληθινός Θεός. Πιστεύω και εγώ στον Χριστό με όλη μου την ψυχή.Το θαύμα συντάραξε τα πλήθη. Το κάλεσμα του νεκρού με το όνομά του και η ανάστασή του συνεκίνησε όσους βρίσκονταν εκεί, που χωρίς κανένα δισταγμό πίστεψαν στον Χριστό και αναφώνησαν:
– Άνθρωπέ μας, πιστεύουμε, πως ο Θεός, τον οποίο Συ κηρύττεις, είναι ο αληθινός Θεός. Τώρα, βοήθησέ μας να σωθούμε και συγχώρησε και τον άρχοντα.
Τότε ο Απόστολος, αφού κατάπαυσε με το χέρι του τον θόρυβο, παρήγγειλε σ’ έναν από τους άρχοντες που συνόδευαν τον νεκρό να κάμει το σημείο του σταυρού πάνω στον Αρίσταρχο και να ζητήσει την βοήθεια της Αγίας Τριάδος. Ο άρχοντας έκαμε ότι του είπε ο Απόστολος και η θεραπεία ακολούθησε. Ο Αρίσταρχος έγινε αμέσως τελείως καλά. Το αποτέλεσμα συγκινητικό. Πολλοί ζήτησαν και βαπτίσθηκαν την ίδια ώρα. Πρώτος ο πατέρας του αναστηθέντος νεκρού, που λεγόταν Πρέφικτος και ήταν και αυτός ένας από τους άρχοντες της πόλεως. Μετά την βάπτισή του ο αναγεννημένος πια άνθρωπος έδωσε στον Απόστολο τους δώδεκα χρυσούς θεούς που είχε στο σπίτι του μαζί με τα άλλα υπάρχοντά του, για να τα διαμοιράσει στους φτωχούς και να τα χρησιμοποιήσει, όπως αυτός έκρινε καλύτερα.
Για χρόνια πολλά συνέχισε η ευλογημένη αυτή ομάδα το ανορθωτικό και σωστικό έργο της στις διάφορες πόλεις των επαρχιών που αναφέραμε. Τα αποτελέσματα, στ’ αλήθεια, θαυμαστά. Όπου «επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). Εκεί που πληθύνθηκε η αμαρτία, δόθηκε πολύ πιο άφθονη η χάρη. Εκεί που η αμαρτία είχε σχεδόν αποκτηνώσει τα θύματά της, ένας καινούργιος κόσμος αναγεννάται. Ο κόσμος της καλοσύνης και της αγάπης. Ο κόσμος ο όμορφος, ο αγγελικά πλασμένος. Ο κόσμος της αρετής. Η άλλοτε χριστιανική Μ. Ασία.
Έφτασε όμως ο καιρός να επικυρώσει ο θείος Απόστολος τα όσα δίδασκε και με την θυσία της ζωής του. Ήρθε ο καιρός να μαρτυρήσει. Εκεί στην Ιεράπολη της Φρυγίας μία ημέρα που δίδασκε, μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν και αφού τον βασάνισαν σκληρά, τον οδήγησαν στους άρχοντες. Μια ψευτοδίκη κατέληξε στην απόφαση ο Απόστολος να θανατωθεί. Οι δήμιοι, που περίμεναν, άρπαξαν τον Φίλιππο, του έδεσαν τους αστραγάλους και τον κρέμασαν σ’ ένα δένδρο με το κεφάλι προς τα κάτω. Ύστερα πήραν και τον Βαρθολομαίο και αφού τον βασάνισαν και αυτόν, τον κρέμασαν. Τον Απόστολο Φίλιππο τον σταύρωσαν. Η αδελφή του Μαριάμνη με πόνο ψυχής παρακολουθεί το μαρτύριο του αδελφού της και του άλλου Αποστόλου και προσεύχεται να τους δώσει ο Θεός δύναμη και υπομονή. Ένας σεισμός που έγινε την ώρα εκείνη έδειξε την αγάπη του Θεού στους εργάτες του Ευαγγελίου. Οι αλλεπάλληλες δονήσεις που έγιναν σε ολόκληρη την χώρα κατατρόμαξαν τα πλήθη που έτρεξαν με δάκρυα να ζητήσουν συγχώρηση από τους Αποστόλους. Ο Κύριος στις παρακλήσεις των εργατών του σταμάτησε το σεισμό και με μία θαυμαστή οπτασία τους έδωκε μία ακόμη απόδειξη της θείας του δυνάμεως. Μια σκάλα παρουσιάστηκε εκεί να ενώνει την γη με τον Ουρανό. Τα πλήθη έτρεξαν και κατέβασαν το Βαρθολομαίο από εκεί που ήταν κρεμασμένος. Όταν θέλησαν να κατεβάσουν και τον Φίλιππο από τον Σταυρό, αυτός δεν δέχθηκε, αλλά συνέχισε να διδάσκει τα πλήθη που ήσαν γύρω και να τα προτρέπει να μετανοήσουν και να βαπτισθούν. Διδάσκοντας άφησε την αγία του ψυχή να πετάξει στον ουρανό, στη χώρα της αιωνιότητας. Ο Απόστολος Βαρθολομαίος και η Μαριάμνη πήραν το τίμιο λείψανο και το έθαψαν μαζί με εκείνους που πίστεψαν και βαφτίστηκαν, με σεβασμό και ευλάβεια ραίνοντάς το με τα δάκρυα της αγάπης τους. Το σεπτό σκήνωμα του Αποστόλου για πολλά χρόνια στόλισε τον ιερό ναό που είχε κτισθεί στην Ιεράπολη προς τιμήν του Αγίου. Η δε αγία κάρα του τιμήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες, όπως τον Θεοδόσιο, τον Ηράκλειο και άλλους με τις βασιλικές σφραγίδες τους.Μετά την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων από τους Λατίνους κατά το 1204 το σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κύπρο και για πολλά χρόνια φυλασσόταν στο χωριό Άρσος, το χωριό αυτό λέγεται επίσημα και Αρσινόη της Πάφου, στον ιερό ναό που κτίστηκε εκεί προς τιμή του Αποστόλου. Αργότερα ένα μέρος των λειψάνων για ευλογία διανεμήθηκε σε διάφορα μέρη. Η θήκη δε με την ιερή κάρα προ του 1788 για μεγαλύτερη, τάχατες, ασφάλεια μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του Σταυρού στο Όμοδος. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Σε χρόνια περασμένα, που το νησί μας μέσα στα τόσα άλλα το έδερνε και επιδημία ακρίδων, οι πατέρες μας μετέφεραν την θήκη με την αγία κάρα μέχρι τη Μεσαορία και έκαμναν αγιασμό, και εράντιζαν τα σπαρτά και τα δένδρα, για να τα απαλλάξουν από την αληθινή αυτή μάστιγα.
Θαύματα πολλά γίνονται και στις ημέρες μας σε όλους εκείνους που με βαθιά πίστη καταφεύγουν στον Κύριο και με ευλάβεια εκζητούν τη μεσιτεία του πνευματέμφορου Αποστόλου.
————————————————————————————-
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ
Μαρτύρησε στη Ρόδο στις 14 Νοεμβρίου 1800
Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από την νήσο Ύδρα. Οι γονείς του ονομάζονταν Μιχαλάκης και Μαρίνα. Η Ύδρα είναι άγονο νησί γι’ αυτό και οι κάτοικοί της ασχολήθηκαν με τη ναυτιλία. Έτσι ο άγιος σε ηλικία δεκαοχτώ ετών βρέθηκε στη Ρόδο. Εκεί συναναστρεφόταν τον πασά της Ρόδου Χασάν, ένα εξωμότη Γεωργιανό. Ο πασάς πρόσεξε την εξυπνάδα και τον καλό χαρακτήρα του νεαρού Υδραίου και έβαλε όλη του την τέχνη να τον εξισλαμίσει.Τελικά τον κατάφερε ο μιαρός με κολακείες και πολλά δώρα. Για τρία χρόνια έμεινε στο Ισλάμ, στην υπηρεσία του πασά, με πολλές δόξες και τιμές, όμως δοκίμαζε την απόρριψη από τους άλλους Χριστιανούς και το σπουδαιότερο της μητέρας του, η οποία όταν κάποτε ο Κωνσταντίνος επισκέφτηκε την Ύδρα δεν του άνοιξε καν την πόρτα του σπιτιού λέγοντάς του ότι δεν τον αναγνωρίζει για παιδί της.
Άρχισε όμως η συνείδησή του να τον ελέγχει ακατάπαυστα με αποτέλεσμα να θρηνεί για το μεγάλο κακό που είχε πάθει. Τελικά πήγε σε κάποιο πνευματικό και εξομολογήθηκε. Όσα χρήματα έπαιρνε τα μοίραζε στους φτωχούς. Ποθούσε δε να παρουσιαστεί και να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά στον πασά αλλά ο πνευματικός του τον απέτρεπε επειδή φοβόταν μήπως δειλιάσει λόγω της νεαρής του ηλικίας. Έτσι τον συμβούλεψε να φύγει και να πάει σε άλλο τόπο ώσπου να ανδρωθεί, να σκληραγωγηθεί και τότε να παρουσιαστεί για ομολογία. Υπακούοντας στον πνευματικό έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Αναζήτησε έμπειρο πνευματικό στο Πατριαρχείο όπου με συντετριμμένη καρδιά και θερμή κατάνυξη εξομολογήθηκε την άρνησή του και τον πόθο του για μαρτύριο. Ο πνευματικός τον παρουσίασε στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ ο οποίος τον νουθέτησε πατρικά και τον έστειλε στο Άγιο Όρος για να αρματωθεί πνευματικά με τις ευχές των αγιορειτών Πατέρων Στη Μονή Ιβήρων συνδέθηκε με τον περίφημο και κοινό πνευματικό του Όρους παπα Σέργιο της Σκήτης των Ιβήρων. Είχε δε μεγάλη ευλάβεια στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου την Πορταΐτισσα, την οποία παρακαλούσε να τον ενισχύσει για να υπομείνει το μαρτύριο για χάρη του Υιού της. Οι Πατέρες της Μονής προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν εκείνος όμως είχε τόσο μεγάλο πόθο για το μαρτύριο που κυριολεκτικά φλεγόταν. Τελικά με τις ευχές των Πατέρων αναχώρησε για τη Ρόδο όπου είχε εξωμόσει. Φθάνοντας στη Ρόδο και πάλι εξομολογήθηκε σε ένα πνευματικό τον σκοπό του. Εκείνος προσπάθησε να τον εμποδίσει φοβούμενος την έκβαση. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Χριστιανοί. Εκείνος όμως όσο εμποδιζόταν τόσα περισσότερο ποθούσε να μαρτυρήσει. Έτσι μετά από προσευχή ξεκίνησε για τον αγώνα του.
Πήγε μόνος του και παρουσιάστηκε στον πασά και τον χαιρέτησε. Ο πασάς αρχικά δεν τον γνώρισε διότι ο άγιος φορούσε ράσο και αγιορείτικο σκούφο. Ο άγιος του θύμισε:
Εγώ είμαι εκείνος ο Κωνσταντίνος που τον έπεισες να αρνηθεί τον Χριστό και να πιστέψει στον Μωάμεθ.
Ο πασάς του απάντησε :
Εγώ δεν σε γνωρίζω ποιος είσαι, γιατί είσαι καλόγερος. Αλλά εάν είσαι δικός μου γιατί φοράς αυτό το μαύρο ρούχο που δεν είναι της θρησκείας μας; Ο δικός μας νόμος λέει να φοράμε άσπρα ενδύματα και λαμπρά, για να ξεχωρίζουμε από τους Χριστιανούς. Βγάλτα λοιπόν αυτά τα καταφρονεμένα μαύρα που φοράς κι εγώ θα σε ντύσω με άσπρα και λαμπρά και θα σου δώσω κι όσα χρήματα χρειάζεσαι για να απολαμβάνεις τον κόσμο και να χαίρεσαι μαζί μου και οι Χριστιανοί να σε φοβούνται και να σε προσκυνούν.
Ο Άγιος τότε με πολύ θάρρος του αποκρίθηκε:
Έλα κι εσύ, ηγεμόνα, να πιστέψεις και να ομολογήσεις τον Χριστό Θεό αληθινό, να σε φωτίσει να δεις το αληθινό φως, να κερδίσεις την Βασιλεία των Ουρανών. Να δεις τα καλά του Παραδείσου, να χαίρεσαι και να ευφραίνεσαι μ’ όλους τους αγγέλους και τους αγίους.
Ποιος σου έμαθε όλες τις φλυαρίες αυτές , του λέγει ο πασάς. Εγώ σ’ έκαμα γιο μου, να σε παντρέψω, να με κληρονομήσεις κι εσύ τα περιφρόνησες όλα αυτά κι έγινες καλόγερος;
Τότε ο πασάς διέταξε να ρίξουν τον Άγιο στη φυλακή και αγανακτισμένος κλείστηκε στο χαρέμι του από το κακό του και μετά τρεις ημέρες, πυρ και μανία κατά του μάρτυρος, ζήτησε να τον φέρουν μπροστά του. Τον ρώτησε :
Τι ήταν αυτά τα λόγια που τόλμησες προχτές να πεις εναντίον μου;
Σου είπα, του απάντησε ο μάρτυς, να πιστέψεις στον Χριστό, γιατί η δική σας πίστη είναι βρώμικη και ψεύτικη. Πιστεύετε σ’ ένα ψεύτη που δεν έκανε κανένα θαύμα ούτε δίδαξε καμιά αλήθεια και κανένα καλό παρά μόνο μυθολογίες, κακίες και διαφθορά. Κι εσείς τον ακολουθείτε ως προφήτη γι’ αυτό θα πάτε μαζί του στην κόλαση και θα κατακαίεστε μαζί με τους αδελφούς σας τους δαίμονες. Έλα λοιπόν να γίνεις Χριστιανός, για να χαίρεσαι αιώνια στον Παράδεισο.
Τότε διέταξε ο πασάς να τον δείρουν, να του ξεριζώσουν τις τρίχες της κεφαλής του , να του ξεσκίσουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια και να του σπάσουν τα σαγόνια με πέτρες για να μάθει να μιλάει καλύτερα στους ηγεμόνες. Οι στρατιώτες τον άρπαξαν και με πολύ μίσος εκτελούσαν την εντολή του κυρίου τους, φτύνοντάς τον στο πρόσωπο και βρίζοντάς τον ενώ συγχρόνως τον ειρωνεύονταν: Ας έλθει ο Χριστός σου, να σε σώσει από τα χέρια μας.
Ο άγιος τα υπέμεινε όλα αυτά λέγοντας Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου. Τέλος μισοπεθαμένο τον έριξαν στη φυλακή δεμένο με βαριές αλυσίδες στα πόδια και το λαιμό.
Την άλλη μέρα τον έφεραν πάλι μπροστά στον δικαστή.
Μετανόησες για τις χτεσινές σου φλυαρίες, Χασάνη; τον ρώτησε ο πασάς.
Εγώ δεν είμαι Χασάνης αλλά είμαι Χριστιανός, Κωνσταντίνος το όνομά μου και δεν λέω φλυαρίες αλλά πιστεύω και ομολογώ Πατέρα Υιό και Άγιο Πνεύμα, τρία Πρόσωπα, ένα Θεό αληθινό. Τούτον προσκυνώ, τούτον δοξάζω, την δε θρησκεία σας αναθεματίζω.
Τότε οι στρατιώτες, με διαταγή του πασά, του έδωσαν πεντακόσιους ραβδισμούς στη ράχη και πεντακόσιους στα πόδια, τόσο που έπεσαν τα νύχια των ποδιών του και το αίμα έτρεχε ποτάμι.
Νομίζοντας ότι πέθανε τον σήκωσαν αναίσθητο και τον πέταξαν στη φυλακή. Εκεί ο τρισμακάριστος αξιώθηκε θείας αντιλήψεως. Ο ίδιος ο Χριστός παρουσιάστηκε και θεράπευσε τις πληγές του και τον απεκατέστησε υγιή. Μετά από τρεις ημέρες τον οδήγησαν πάλι στον πασά.
Σου άρεσε, Χασάνη, αυτό που σου έκανα; τον ρώτησε ο πασάς. Έλα το γρηγορότερο στην πίστη μας, για να σου χαρίσω όσα σου έταξα.
Ξέρεις πολύ καλά, πασά, πριν από λίγες μέρες τι βασανιστήρια μου έκανες. Που είναι τώρα εκείνες οι πληγές; βλέπεις κανένα σημάδι; Κοίταξε, λείπει κανένα μου νύχι; Ο Δεσπότης μου Χριστός με επισκέφτηκε στη φυλακή και με θεράπευσε ως αληθινός Θεός που είναι. Αυτόν προσκυνώ και λατρεύω, τον δε δικό σας Μωάμεθ αποστρέφομαι γιατί είναι διεφθαρμένος και όποιος τον ακολουθεί πάει μαζί του στην κόλαση.
Πίστεψε λοιπόν στον Χριστό, όπως πιστεύουν μέχρι τώρα και οι δικοί σου γονείς.
Ο πασάς διέταξε να τον βάλουν πάλι στη φυλακή και τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο, το λεγόμενο τουμπρούκι. Εκείνες τις ημέρες φυλάκισαν δύο ιερείς από το χωριό Σορόνι , κάποιους Χριστιανούς και Τούρκους. Μια νύχτα, θέλοντας ο Χριστός να δοξάσει τον μάρτυρά Του και προ του τέλους, έστειλε μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας και έλαμψε φως μέγα και ο Άγιος λύθηκε θαυματουργικά από τις αλυσίδες και το τουμπρούκι. Στάθηκε δε και προσευχόταν προς την Ανατολή. Το ίδιο έκαναν και οι ιερείς και οι Χριστιανοί , οι δε Τούρκοι φώναζαν αλλάχ αλλάχ, διότι όλοι έβλεπαν το εξαίσιο εκείνο φως. Το ουράνιο αυτό φως είδαν και έξω από τη φυλακή οι φρουροί και έτρεξαν νομίζοντας πως η φυλακή έπιασε φωτιά. Όταν οι φρουροί πληροφορήθηκαν το γεγονός , το ανέφεραν στον πασά. Εκείνος τους είπε να μη το ανακοινώσουν γιατί είναι εις βάρος της θρησκείας τους. Παρομοίως φοβέρισε και τους αυτόπτες φυλακισμένους.
Από τότε δεν τον έφερε μπροστά του πάλι ο πασάς αλλά τον βασάνιζαν οι υπηρέτες της πλάνης μέσα στη φυλακή. Ένας ιμάμης μια μέρα σήκωσε το μιαρό του χέρι να τον χαστουκίσει και αμέσως το χέρι του έγινε κατάμαυρο. Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Έμεινε στη φυλακή πέντε μήνες ταλαιπωρούμενος από την πείνα, την δίψα, τη βρωμιά, τις ψείρες και την όλη δυστυχία της φυλακής. Μόνο ένας ευλαβής Χριστιανός τον επισκεπτόταν και του έφερνε την Θεία Κοινωνία. Ο πασάς φοβόταν να εκτελέσει τον Άγιο εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Υδραίων στον αρχιναύαρχο του στόλου του Αιγαίου.
Έγραψε σε κάποιον επιφανή Υδραίο ζητώντας τη γνώμη του για την υπόθεση. Ο Άγιος, μαθαίνοντάς το μέσα από τη φυλακή, του έγραψε κι εκείνος ζητώντας να μη τον υποστηρίξει αλλά, αν αγαπάει τον συμπατριώτη του, να τον αφήσει να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού. Έτσι ο καπετάν Γιώργης απάντησε στον πασά να τον κάνει ό,τι θέλει.
Κάποια μέρα ο πασάς τον έβγαλε από τη φυλακή και τον διέταξε να μεταφέρει πέτρες. Σε μια στιγμή ο Άγιος προσποιήθηκε πως δραπετεύει για να τον αναγκάσει να τον θανατώσει. Ένας χριστιανομάχος παραστεκόμενος του πασά τον έπιασε και τον χτυπούσε με μανία με τη μαχαίρα του σε όλο του το σώμα .Και πάλι τον έκλεισαν στη φυλακή.
Αφού απηύδησε ο ηγεμόνας να παιδεύει μάταια τον αθλητή του Χριστού, τον έφερε μπροστά του, τελευταία φορά, και τον ρώτησε αν αρνείται τον Χριστό. Ο Άγιος του απάντησε:
Σου είπα ότι Χριστιανός είμαι και τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι ακόμη κι αν κατακόψεις σε μύρια κομμάτια. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις μια ώρα αρχύτερα γιατί ο Κύριος με προσμένει.
Προγνωρίζοντας ο Άγιος τον θάνατό του ζήτησε από εκείνον τον ευλογημένο Χριστιανό να του φέρει τα Άχραντα Μυστήρια. Πράγματι, χαράματα της Τετάρτης , 14 Νοεμβρίου, τον στραγγάλισαν μέσα στη φυλακή.
Μετά το μαρτύριο του Αγίου, ο Τούρκος που τον έπνιξε βρήκε κακό θάνατο. Χτυπήθηκε εκεί που κοιμόταν από αστροπελέκι, το οποίο κατέκαυσε αυτόν ενώ οι άλλοι που ήσαν δίπλα του έμειναν αβλαβείς.
Το πρωί έδωσε την άδεια ο πασάς στους Χριστιανούς να τον θάψουν. Το άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Βαρούσι.
Πλήθος θαύματα ακολούθησαν. Όποιος πήγαινε και προσκυνούσε τον τάφο του μάρτυρος θεραπευόταν δι’ αυτού, με την χάρη του Θεού, από οποιοδήποτε νόσημα ασθενούσε.
Η μητέρα του, η οποία ζούσε και έμαθε για το μαρτύριο του γιου της και δόξαζε τον Θεό, πήγε η ίδια στη Ρόδο, όπου έκανε την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, τα οποία μετέφερε στην Ύδρα.
Βίος του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου
¨Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 
Ο μεγάλος αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 347 μ.Χ.(κατά άλλους το 354 μ.Χ.). Πατέρας του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα. Γρήγορα έμεινε ορφανός από πατέρα, και η μητέρα του – χήρα τότε 20 ετών – τον ανέθρεψε και τον μόρφωσε κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια – κοντά στον τότε διάσημο ρήτορα Λιβάνιο – αλλά και στην Αθήνα, μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μέγα Βασίλειο .
Όταν αποπεράτωσε τις σπουδές του, επανήλθε στην Αντιόχεια και αποσύρθηκε στην έρημο για πέντε χρόνια, όπου ασκήτευε προσευχόμενος και μελετώντας τις Άγιες Γραφές. Ασθένησε όμως και επέστρεψε στην Αντιόχεια, οπού χειροτονήθηκε διάκονος – το 381 μ.Χ., σε ηλικία 34 ετών – από τον Αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο. Αργότερα δε από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών.
Κατά την Ιερατική του διακονία ανέπτυξε όλα τα ψυχικά του χαρίσματα, πύρινο θείο ζήλο και πρωτοφανή ευγλωττία στα κηρύγματα του. Έσειε και συγκλόνιζε τα πλήθη της Αντιόχειας και συγκινούσε τις ψυχές τους βαθύτατα. Η φήμη του αυτή έφτασε μέχρι τη βασιλεύουσα και έτσι, την 15η Δεκεμβρίου 397 μΧ., με κοινή ψήφο βασιλιά Αρκαδίου και Κλήρου, έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, κάτι που ο ίδιος δεν επεδίωξε ποτέ. Και από την θέση αυτή ο Ιερός Χρυσόστομος, εκτός άλλων, υπήρξε αυστηρός ασκητής και δεινός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, όπως φαίνεται από τα πολλά συγγράμματα του (διασώθηκαν 804, περίπου, ομιλίες του). Έργο επίσης του Χρυσοστόμου είναι και η Θεία Λειτουργία,
που τελούμε σχεδόν κάθε Κυριακή, με λίγες μόνο, από τότε μετατροπές.
Ο ιερός Χρυσόστομος κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του υπήρξε αδυσώπητος ελεγκτής κάθε παρανομίας και κακίας. Αυτό όμως έγινε αιτία να δημιουργήσει φοβερούς εχθρούς, και μάλιστα αυτήν την αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή ήλεγχε τις παρανομίες της. Αυτή μάλιστα, σε συνεργασία με τον τότε Πατριάρχη Αλεξαδρείας Θεόφιλο (ενός μοχθηρού και ασεβούς ανθρώπου), συγκάλεσε σύνοδο (παράνομη) από 36 επισκόπους (όλοι τους πνευματικά ύποπτοι και δυσαρεστημένοι από τον άγιο) στο χωριό Δρυς της Χαλκηδόνας και πέτυχε την καθαίρεση και εξορία του Αγίου σ’ ένα χωριό της Βιθυνίας. Η απόφαση αυτή όμως, τόσο εξερέθισε τα πλήθη, ώστε αναγκάστηκε αυτή η ίδια η Ευδοξία να τον ανακαλέσει από την εξορία και να τον αποκαταστήσει στο θρόνο με άλλη συνοδική αθωωτική απόφαση (402 μ.Χ.). Αλλά λίγο αργότερα, η ασεβής αυτή αυτοκράτειρα, κατάφερε και πάλι να εξορίσει τον Άγιο (20 Ιουνίου 404 μ.Χ.) στην Κουκουσό της Αρμενίας και από κει στα Κόμανα, όπου μετά από πολλές κακουχίες και άλλες ταλαιπωρίες πέθανε το 407 μ.Χ.
Ο Μ. Ι. Γαλανός στον Συναξαριστή του, μεταξύ των άλλων, αναφέρει για τον Ιερό Χρυσόστομο, ότι υπήρξε και αναγνωρίζεται ως ο πιο άριστος και δημοφιλής διδάσκαλος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Κανένας δεν εξήγησε όπως αυτός, με τόσο πλούτο και τόση σαφήνεια τα νοήματα των θείων Γραφών, ούτε δε υπήρξε εφάμιλλός του στην ετοιμολογία, την απλότητα, αλλά και στη φλόγα και τη δύναμη της ρητορείας. Υπήρξε ρήτορας θαυμαστός, λογοτέχνης απαράμιλλος, βαθύτατος και διεισδυτικότατος, ψυχολόγος και καταπληκτικός κοινωνιολόγος με αίσθημα χριστιανικής ισότητας, χωρίς προνομιούχους, με καθολική αδελφότητα. Ανήκει σ’ αυτούς που φαίνονται «ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ» (Προς Φιλιππησίους, 6′ 15.). Δηλαδή σαν φωτεινά αστέρια μέσα στον κόσμο.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο ιερός Χρυσόστομος πέθανε την 14η Σεπτεμβρίου, αλλά λόγω εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μετατέθηκε η εορτή της μνήμης του την 13η Νοεμβρίου. Επίσης την
αποτελώντας μαζί με το άφθαρτο επίσης χέρι του όχι μόνο σημείο αγιότητας, αλλά και διαρκούς ομολογίας της αλήθειας και αυθεντικότητας της Ορθόδοξης Πίστης και Θεολογίας! Επειδή ακριβώς σε αυτό το αριστερό αυτί του Αγίου, κατέβηκε εξ ουρανού ο Απόστολος Παύλος και του υπαγόρευσε την ερμηνεία των Επιστολών του, την οποία και συνέγραψε ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος! Την ουράνια εκείνη επίσκεψη είχε δει με τα μάτια του ο μαθητής του Ιωάννη και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Άγιος Πρόκλος!
ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ & ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ
Ἅγιος Μηνᾶς ὁ Μεγαλομάρτυρας «ὁ ἐν τῷ Κοτυαείῳ» (11 Νοεμβρίου)
Ἅγιος Μηνᾶς γεννήθηκε στήν Αἴγυπτο στά μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. ἀπό γονεῖς εἰδωλολάτρες. Ὡστόσο, τό εἰδωλολατρικό περιβάλλον στό ὁποῖο μεγάλωνε, δέν κατάφερε νά σκληρύνει τήν καρδιά του ἡ ὁποία, ὅταν ἦλθε ἡ στιγμή, σκίρτησε ἀκούγοντας τήν φωνή τοῦ «ἐτάζοντος καρδίας καί νεφρούς» (Ψαλμ.7, 10) Θεοῦ καί ἔτσι ὁ ἔφηβος ἀκόμη, Μηνᾶς, ἔγινε χριστιανός.
Μεγαλώνοντας, ἐπέλεξε νά σταδιοδρομήσει στόν Ρωμαϊκό στρατό, στό ἱππικό τάγμα τῶν Ρουταλικῶν, ὑπό τήν διοίκηση τοῦ Ἀργυρίσκου. Ἡ ἕδρα τῆς μονάδας του ἦταν στό Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐκεῖ ὁ Μηνάς διακρίθηκε καί γιά τήν φρόνησή του ἀλλά καί γιά τό ἀνδρεῖο του φρόνημα καί γι’ αὐτό ἔχαιρε ἐκτιμήσεως στό κύκλο τῶν στρατιωτικῶν.
Δυστυχῶς ὅμως, τρεῖς αἰῶνες μετά τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καί ὁ παλαιός κόσμος ἀκόμη δέν ἤθελε νά δεχθεῖ τό λυτρωτικό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως, παραμένοντας αὐτάρεσκα, ἐγωιστικά καί αὐτοκαταστροφικά προσκολλημένος στήν φθορά καί τό σκοτάδι. Οἱ αὐτοκράτορες τῆς Ρώμης ἄρχισαν καί πάλι «πρός κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26, 14). Ὁ Διοκλητιανός καί ὁ Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό ἐναντίον τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ, διωγμό ὁ ὁποῖος κράτησε ἀπό τό 303 ἕως τό 311 μ.Χ. Ἔτσι, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες διατάχθηκαν νά συλλαμβάνουν καί νά τυραννοῦν τούς χριστιανούς προσπαθώντας νά τούς κάνουν νά ἀλλαξοπιστήσουν. Αὐτή ἦταν καί ἡ πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά τήν ὁποία ὁ Μηνᾶς κλήθηκε νά πεῖ «τό μεγάλο ναί ἢ τό μεγάλο ὄχι». Ἡ πίστη του στόν Χριστό νίκησε τήν κοσμική «σύνεση» καί λογική.
Ὁ Ἅγιος δέν ἄντεξε, πέταξε στήν γῆ τήν στρατιωτική του ζώνη ἀπεκδυόμενος μ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἰδιότητα τοῦ στρατιώτη – διώκτη τῶν χριστιανῶν, καί διέφυγε στό παρακείμενο ὄρος. Ἐκεῖ ἀσκήτευε, προτιμώντας τήν συντροφιά τῶν θηρίων τῆς φύσης ἀπό τήν συντροφιά τῶν ἀποθηριωμένων εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖ, «ἐν ἐρημίαις πλανώμενος καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἑβρ. 11, 38), ἔζησε ἐπί ἀρκετό διάστημα μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Ἡ ἀσκητική ζωή καί ἡ ἡσυχία ἐθέρμαναν τήν καρδιά του ἀνάβοντας τόν θεῖο ἔρωτα καί τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου.
Ἔτσι, σέ ἡλικία πενήντα περίπου ἐτῶν, μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη ὅτι εἶχε φτάσει ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου, κατέβηκε στήν πόλη, σέ μέρα εἰδωλολατρικοῦ πανηγυριοῦ καί μέ παρρησία, ἐν μέσῳ τῶν μαινομένων εἰδωλολατρῶν, ὁμολόγησε τόν Χριστό ὡς τόν ἕνα καί ἀληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τά κωφά καί ἀναίσθητα εἴδωλα.Συνελήφθη καί σύρθηκε δερόμενος μπροστά στόν Πύρρο, τόν διοικητή τῆς πόλεως. Ἐκεῖ, μιλώντας μέ θάρρος, ἀποκάλυψε τό ὄνομά του, τήν καταγωγή του, τό στρατιωτικό του παρελθόν καί, φυσικά, διεκήρυξε μέ τόλμη καί ἀταλάντευτη ἐπιμονή τήν πίστη του στόν Χριστό. Ὁδηγήθηκε στήν φυλακή καί τό πρωί τῆς ἑπομένης ἡμέρας, μετά τό πέρας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ πανηγυριοῦ, τόν παρουσίασαν καί πάλι ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁ ὁποῖος τόν κατηγόρησε ὅτι ἐξύβρισε τούς θεούς καί μάλιστα μπροστά του καί ὅτι λιποτάκτησε ἀπό τόν στρατό. Ὁ Ἅγιος ἀποδέχθηκε τίς κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ὁ Πύρρος, εὐλαβούμενος στήν ἀρχή τήν ἡλικία καί τήν εὐκοσμία του, προσπάθησε μέ λόγια καί ὑποσχέσεις ἀλλά καί μέ ἀπειλές στήν συνέχεια, νά τόν ἀποσπάσει ἀπό τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στήν σταθερή ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, διέταξε νά τόν ὑποβάλουν σέ ἀνυπόφορα βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι τόν μαστίγωσαν τόσο πολύ ὥστε ἄλλαξαν δυό καί τρεῖς φορές οἱ μαστιγωτές του. Τόν κρέμασαν καί τόν ἔγδερναν μέχρι πού ἄρχισαν νά φαίνονται τά ἐσωτερικά ὄργανα τοῦ Ἁγίου. Ἔπειτα, σάν νά μήν ἔφθαναν αὐτά, ἔτριβαν τό καταπληγωμένο του σῶμα μέ τρίχινο ὕφασμα καί στό τέλος τόν ἔσερναν γυμνό καί κατακρεουργημένο πάνω σέ μεταλλικά ἀγκάθια. Ὅλα τά ὑπέμενε μέ γενναιότητα καί καρτεροψυχία ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἐφαρμόζοντας τό Εὐαγγελικό «καί μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθαῖος 10, 28).
Μάλιστα, τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιῶτες του τόν προέτρεπαν νά θυσιάσει στά εἴδωλα λέγοντας ὅτι ὁ Θεός του θά τόν δικαιολογήσει βλέποντας τά βασανιστήρια στά ὁποῖα τόν ὑπέβαλλαν. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε ἀποφασιστικά καί τούς ἀπάντησε ὅτι προσφέρει θυσία ἀκόμη καί τόν ἑαυτό του στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος τόν ἐνδυναμώνει γιά νά ὑπομένει τίς πληγές.
Ὁ ἡγεμόνας, θαυμάζοντας τήν εὐστοχία καί τήν σοφία τῶν ἀπαντήσεων τοῦ Μάρτυρα, τόν ρώτησε ἀπορρημένος πώς εἶναι δυνατόν ἕνας τραχύς στρατιώτης σάν αὐτόν νά μπορεῖ νά ἀπαντᾶ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο. Καί ὁ Ἅγιος, μέ τή φώτιση τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι αὐτή τήν ἱκανότητα τήν χαρίζει στούς μάρτυρές του ὁ Χριστός, ὅπως ἔχει ὑποσχεθεῖ στό Εὐαγγέλιο: «ὅταν δέ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπί τάς συναγωγάς καί τάς ἀρχάς καί τάς ἐξουσίας, μή μεριμνᾶτε πώς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε. Τό γάρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν» (Λουκᾶ ιβ’ 11 – 12).
Τότε, ἀπελπισμένος ὁ τύραννος, διέταξε νά τόν ἀποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας πρός τόν τόπο τῆς ἐκτέλεσης ὁ Ἅγιος πρόλαβε νά ζητήσει ἀπό κάποιους κρυπτοχριστιανούς νά μεταφέρουν τό λείψανό του στήν Αἴγυπτο.
Ὁ ἀποκεφαλισμός του ἔγινε τήν 11η Νοεμβρίου στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. καί ἔτσι ἡ ψυχή του πέταξε χαρούμενη πρός τόν Σωτῆρα Χριστό τόν ὁποῖο τόσο ἐπόθησε ὁ Ἅγιος καί γιά τόν ὁποῖο θυσιάσθηκε. Οἱ δήμιοι ἄναψαν φωτιά γιά νά κάψουν τό σῶμα του.
Ὅτι κατάφεραν οἱ χριστιανοί νά περισώσουν ἀπό τήν πυρά τό μετέφεραν στήν Αἴγυπτο καί τό ἔθαψαν κοντά στήν Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Στό σημεῖο ἐκεῖνο σταμάτησε, κατά τήν παράδοση, ἡ καμήλα πού μετέφερε τά λείψανα ἀρνούμενη πεισματικά νά προχωρήσει. Ἔτσι οἱ χριστιανοί κατάλαβαν ὅτι ἦταν θέλημα Θεοῦ νά ἐνταφιασθοῦν ἐκεῖ τά λείψανα τοῦ Ἁγίου.
Ἡ περιοχή τοῦ τάφου πολύ σύντομα ἐξελίχθηκε σέ προσκυνηματικό – λατρευτικό κέντρο.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅταν ἦταν Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀνήγειρε ναό πάνω στόν τάφο τοῦ Ἁγίου. Σέ λίγα χρόνια δημιουργήθηκε ἐκεῖ ἐκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα τό ὁποῖο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστῆρι, ξενῶνες καί ἄλλες ἐγκαταστάσεις.
ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ
Κάποιος χριστιανός ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὁδεύοντας γιά τό πανηγύρι τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ καί ἔχοντας μαζί του ἀρκετά χρήματα, κατέλυσε σέ ἕνα ξενοδοχεῖο. Ὁ ξενοδόχος εἶδε τά ξένα χρήματα καί, κυριευμένος ἀπό ἀπληστία, σκότωσε τόν προσκυνητή, τόν διεμέλισε καί ἔβαλε τά κομμάτια του σέ μία σπυρίδα (ζεμπίλι).
Ἐνῶ σκεφτόταν πού νά θάψει τά μέλη τοῦ θύματός του γιά νά μήν ἀποκαλυφθεῖ τό ἔγκλημα, καταφθάνει στό ξενοδοχεῖο ἕνας ἔφιππος στρατιώτης, ὁ Ἅγιος Μηνᾶς, καί τόν ρωτάει ἐπίμονα πού βρίσκεται ὁ προσκυνητής. Ὁ ξενοδόχος τόν διαβεβαιώνει ὅτι δέν γνωρίζει τίποτε ἀλλά ὁ Ἅγιος ξεπεζεύει, εἰσέρχεται στά ἐνδότερα τοῦ ξενώνα, βρίσκει τήν σπυρίδα, τήν φέρνει μπροστά του καί τόν ρωτάει μέ φοβερό καί ἄγριο βλέμμα νά τοῦ πεῖ ποιός εἶναι ὁ νεκρός.
Τότε ὁ φονιάς ἔφριξε, πέφτοντας ἄφωνος καί τρέμων στά πόδια τοῦ ἄγνωστου ἱππέα. Ὁ Ἅγιος συνάρμοσε τά μέλη τοῦ θύματος, προσευχήθηκε καί ἀνέστησε τό νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του νά δοξάζει τόν Θεό. Ὁ ἀναστημένος, σάν νά εἶχε ἐγερθεῖ ἀπό τόν ὕπνο, κατάλαβε ὅσα ἔπαθε, ἐδόξασε τόν Θεό καί προσκύνησε τόν Ἅγιο.
Μόλις ὁ φονιάς συνῆλθε ἀπό τόν τρόμο του καί σηκώθηκε, τοῦ πῆρε ὁ Ἅγιος τά κλεμμένα χρήματα καί τά ἐπέστρεψε στόν προσκυνητή λέγοντάς του νά συνεχίσει τόν δρόμο του.
Ἔπειτα, γιά νά ὁλοκληρώσει τήν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, στράφηκε πρός τόν ξενοδόχο, τόν ἔδειρε ὅπως τοῦ ἄξιζε, τόν ἐνουθέτησε, τοῦ ἔδωσε συγχώρηση γιά τό ἔγκλημά του προσευχόμενος γι’ αὐτόν, καβάλησε τό ἄλογό του καί ἔγινε ἄφαντος. Τότε μόνο κατάλαβε ὁ ξενοδόχος ὅτι ὁ στρατιώτης αὐτός ἦταν ὁ Ἅγιος Μηνᾶς, γεγονός πού θυμίζει τήν ἐμπειρία τῶν δυό Ἀποστόλων κατά τήν πορεία τους πρός Ἐμμαούς, μέ τήν συντροφιά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. (Λουκᾶ κδ’ 31).
Κάποιος πλούσιος χριστιανός ἔταξε στόν Ἅγιο Μηνᾶ νά προσφέρει ἕναν ἀσημένιο δίσκο στό ναό του. Παρήγγειλε λοιπόν στόν ἀργυροχόο δύο δίσκους καί τοῦ ζήτησε στόν μέν ἕνα νά γράψει τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου στόν δέ ἄλλον τό ὄνομα τό δικό του. Ἐπειδή ὅμως ὁ δίσκος ὁ προορισμένος γιά τόν Ἅγιο ἔγινε λαμπρότερος καί ὡραιότερος, ὁ χριστιανός, ἀπό ἀπληστία κινούμενος, δίχως νά ντραπεῖ τόν κράτησε γιά τόν ἑαυτό του.
Ταξιδεύοντας λοιπόν στή θάλασσα, δείπνησε στό πλοῖο χρησιμοποιώντας ἀσυλλόγιστα καί χωρίς εὐλάβεια τόν δίσκο τοῦ Ἁγίου. Μετά τό δεῖπνο ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἀνευλαβοῦς χριστιανοῦ προσπάθησε νά πλύνει τόν δίσκο στή θάλασσα μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ πέσει στό νερό καί νά βυθισθεῖ. Τότε ὁ νεαρός ὑπηρέτης φοβήθηκε πολύ, σάστισε καί, προσπαθώντας νά πιάσει τόν δίσκο, ἔπεσε καί αὐτός στή θάλασσα.
Ὅταν ὁ κύριός του ἀντελήφθη τό συμβάν, συναισθάνθηκε ὅτι πλήρωνε τά ἐπίχειρα τῆς ἀπληστίας του καί τυπτόμενος ἀπό τήν συνείδησή του, παρακαλοῦσε τόν Θεό νά βρεῖ ἔστω τό λείψανο τοῦ μικροῦ ὑπηρέτη του, τάζοντας νά δώσει στό ναό τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ καί τόν δεύτερο δίσκο, καί τά χρήματα πού ἄξιζε ὁ χαμένος στή θάλασσα δίσκος. Ἀφοῦ βγῆκε στή στεριά περίμενε μέ ἀγωνία στήν ἀκρογιαλιά μήπως καί ἐκβρασθεῖ τό πτῶμα τοῦ ὑπηρέτη. Καί ἐνῶ παρατηροῦσε τήν θάλασσα, βλέπει τόν μικρό νά βγαίνει ζωντανός ἀπό τό νερό κρατώντας στά χέρια του καί τόν ἀσημένιο δίσκο τοῦ Ἁγίου!
Ὁ πλούσιος ἔφριξε ἀπό τό θαῦμα καί ἔβγαλε φωνή μεγάλη τήν ὁποία ἀκούγοντας οἱ ἐπιβάτες τοῦ πλοίου βγῆκαν ὅλοι ἔξω καί, βλέποντας τό συμβάν, ρωτοῦσαν τόν ὑπηρέτη, πού τούς διηγήθηκε τά ἑξῆς: «Μόλις ἔπεσα στή θάλασσα, παρουσιάσθηκαν μπροστά μου τρεῖς ἄνθρωποι. Ὁ μεγαλύτερος ἀπό αὐτούς φοροῦσε στρατιωτική στολή, ὁ ἄλλος ἦταν νεαρός καί ὁ τρίτος ἦταν Διάκονος. Αὐτοί οἱ τρεῖς μέ πῆραν μαζί τους ἀπό τόν βυθό καί περπατώντας χθές καί σήμερα, μέ ἔφεραν μέχρι ἐδῶ».
Ὁ κύριος του παιδιοῦ καί οἱ ἐπιβάτες τοῦ πλοίου, ἀκούγοντας τό ἐξαίσιο θαῦμα, ἐδόξαζαν τόν Θεό καί ἐθαύμαζαν γιά τούς τρόπους πού χρησιμοποιεῖ προκειμένου οἱ ἄνθρωποι «εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθείν» (Β’ Τιμοθ. γ’ 7).
Οἱ τρεῖς πού ἔσωσαν τόν ὑπηρέτη ἦταν ὁ Ἅγιος Μηνᾶς (ὁ στρατιωτικός), ὁ Ἅγιος Βίκτωρ (ὁ νεαρός) καί ὁ Ἅγιος Βικέντιος (ὁ Διάκονος).
Οἱ δυό τελευταῖοι Ἅγιοι ἐμαρτύρησαν τήν ἴδια ἡμέρα μέ τόν Ἅγιο Μηνᾶ. Τόν 2ο αἰώνα μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βίκτωρ γδάρθηκε ζωντανός ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί τόν 3ο αἰώνα μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βικέντιος πέθανε ἔπειτα ἀπό σταύρωση καί ἐξάρθρωση τῶν μελῶν στήν ὁποία τόν ὑπέβαλαν οἱ βασανιστές του. Τιμῶνται μαζί μέ τόν Ἅγιο Μηνᾶ τήν 11η Νοεμβρίου.
Ἀκόμη ἕνα θαῦμα τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ ἔλαβε χώρα τό 1826 στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης, πόλη στήν ὁποία ἰδιαιτέρως τιμᾶται ὁ Ἅγιος. Τό 1821, μετά τήν ἔκρηξη τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης ἐναντίον τῶν Τούρκων, οἱ κατακτητές προχώρησαν σέ σφαγές χιλιάδων ἀμάχων σέ πολλές περιοχές. Ἀπό τούς πρώτους πού πλήρωσαν μέ τό αἷμά τους τήν ἐπανάσταση ἦταν καί οἱ κάτοικοι τῆς Κρήτης. Μεταξύ τῶν χιλιάδων θυμάτων ἦταν ὁ Μητροπολίτης Κρήτης, οἱ Ἐπίσκοποι Χανίων, Κνωσοῦ, Χερσοννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.ἄ. οἱ ὁποῖοι ἐσφάγησαν, τήν 24η Ἰουνίου 1821, στόν περίβολο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἡρακλείου. Μάλιστα, ὁ ἱερουργῶν ἱερέας ἐσφάγη πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια ἀργότερα, τό 1826, οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἡρακλείου σχεδίαζαν νά προβοῦν σέ σφαγή τῶν Χριστιανῶν, καί πάλι στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, στίς 18 Ἀπριλίου, ἡμέρα τοῦ Πάσχα, τήν ὥρα τῆς Ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας γιά νά πιάσουν τούς Χριστιανούς ἀπροετοίμαστους. Γιά ἀντιπερισπασμό ἔβαλαν φωτιά σέ διάφορα ἀπομακρυσμένα σημεῖα τῆς πόλης, ἐνῶ ὁπλισμένα στίφη εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἔξω ἀπό τό ναό, περιμένοντας τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Εὐαγγελίου γιά νά εἰσβάλουν καί νά ἀρχίσουν τήν σφαγή.
Μόλις ὅμως ἄρχισε ἡ ἀνάγνωση ἐμφανίσθηκε ἕνας ἀσπρομάλλης ἡλικιωμένος ἱππέας πού ἔτρεχε γύρω ἀπό τό ναό κραδαίνοντας τό ξίφος του καί κυνηγώντας τούς ἐπίδοξους σφαγεῖς οἱ ὁποῖοι τράπηκαν πανικόβλητοι σέ φυγή. Ἔτσι σώθηκαν οἱ πολύπαθοι Χριστιανοί τοῦ Ἡρακλείου ἀπό τόν φοβερό κίνδυνο.
Οἱ Τοῦρκοι νόμισαν ὅτι ὁ καβαλάρης ἦταν μουσουλμάνος πρόκριτος ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Διοικητή τῆς πόλης γιά νά ματαιώσει τήν σφαγή. Ὅταν διαμαρτυρήθηκαν στόν Διοικητή, αὐτός τούς διαβεβαίωσε ὅτι δέν γνώριζε τίποτε καί μάλιστα διαπιστώθηκε ὅτι ὁ συγκεκριμένος πρόκριτος δέν εἶχε βγεῖ καθόλου ἀπό τό σπίτι του.
Κατάλαβαν τότε οἱ Τοῦρκοι ὅτι ἐπρόκειτο γιά θαῦμα τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, κοινοποίησαν τό γεγονός στούς Ἕλληνες καί ἀπό τότε οἱ Μουσουλμάνοι ηὐλαβοῦντο πολύ τόν Ἅγιο, προσφέροντας μάλιστα καί δῶρα στό ναό του. Τό θαῦμα αὐτό τού Ἁγίου Μηνᾶ καθιερώθηκε νά τιμᾶται στό Ἡράκλειο τήν Τρίτη της Διακαινησίμου, ὁπότε καί ἐκτίθεται σέ προσκύνηση, κατά τόν ἑσπερινό, λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποίος θεωρείται έκτοτε προστάτης της πόλης.
«Μεταξύ τῶν ἀδικημένων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι καί ὁ Ὁσιώτατος πατήρ Γεώργιος, ὁ Χατζή – Γεώργης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας σύγχρονος Ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά, μποροῦμε νά ποῦμε, καί μεγάλος Ἅγιος, ἀνάλογα μέ τήν ἐποχή μας», γράφει ὁ Γέρων Παϊσιος ὁ Ἁγιορείτης.
Ὁ Γέρων Χατζή – Γεώργης (1809 – 1886), «ὁ μέγας καί περιβόητος ἀσκητής», ἀσκήτευσε στό Ἅγιον Ὄρος ἐπί μακρό χρονικό διάστημα. Ἐπί ἀρκετά χρόνια ἔμενε στήν Κερασιά, στό μεγάλο Κελί τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καί Ἁγίου Μηνᾶ, ὡς ὑποτακτικός του Πάπα – Νεόφυτου στήν ἀρχή καί ὡς Γέρων τῆς Συνοδείας ἀπό τό 1848 καί ἔπειτα. «Κάποτε, ἐνῶ ὁ Γέροντας ἠσχολεῖτο μέ τό ἐργόχειρο, κατά λάθος κατάπιε μεγάλη βελόνα καί προσευχήθηκε πρός τόν μεγαλομάρτυρα Μηνᾶ.
Στάθηκε τότε ὁ Ἅγιος ἐνώπιόν του, ἔβαλε τό χέρι στόν λαιμό του καί ἔβγαλε τήν βελόνα».
Τό 1942, κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οἱ ὑπό τόν Ρόμμελ δυνάμεις τοῦ Ἄξονα στήν Ἀφρική εἶχαν καταφέρει νά προελάσουν τόσο ὥστε νά εἶναι ὁρατός ὁ κίνδυνος νά φθάσουν στήν Διώρυγα τοῦ Σουέζ. Στήν περιοχή τοῦ Ἐλ Ἀλαμέϊν (ἀραβική παραφθορά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ), ὅπου βρίσκονταν τά ἐρείπια ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ καί ἴσως καί ὁ τάφος του, οἱ ἀντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν γιά τήν ἀποφασιστική σύγκρουση ἡ ὁποία θά ἔκρινε τό ἂν οἱ σύμμαχοι θά κατάφερναν νά παραμείνουν στήν Ἀφρική.
Μεταξύ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων βρισκόταν καί ἑλληνική στρατιωτική δύναμη, ἡ ὁποία πῆρε μέρος στή μάχη. Ἕνα ἀπό τά βράδια ἐκεῖνα, πολλοί στρατιῶτες εἶδαν τόν Ἅγιο Μηνᾶ νά βγαίνει ἀπό τά ἐρείπια τοῦ ναοῦ του ὁδηγώντας ἕνα καραβάνι μέ καμῆλες, ὅπως ἀπεικονίζεται σέ μία ἀπό τίς παλαιές ἁγιογραφίες τοῦ ναοῦ του, καί νά μπαίνει μέσα στό στρατόπεδο τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων.
Ἡ ἐμφάνιση αὐτή κατατρόμαξε τούς Γερμανούς καί ὑπονόμευσε καίρια τό ἠθικό τους, πράγμα πού συνέβαλε καθοριστικά στή νίκη τῶν συμμαχικῶν δυνάμεων.
Σέ ἀνταπόδοση τῆς εὐεργεσίας αὐτῆς τοῦ Ἁγίου παραχωρήθηκε στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὁ τόπος ἐκεῖνος καί ξανακτίσθηκε ὁ ναός καθώς καί μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ.

Βίος Αγίου Αρσενίου του Καπαδοκου
Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης
ήταν από το χωριό Φάρασα (ή Βαρασός) της Καππαδοκίας. Τιμάται ως άγιος από την Ορθόδοξη εκκλησία, σύμφωνα με τη Συνοδική Πράξη της 11ης Φεβρουαρίου 1986.
Γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία γύρω στο 1840 και το κοσμικό του ονοματεπώνυμο ήταν Θεόδωρος Αννητσαλήχος ή Αρτζίδης , ενώ έμεινε γνωστός στους συντοπίτες του ως Χατζεφεντής. Ήταν το ένα από τα δύο αγόρια του Ελευθερίου και της Βαρβάρας (επώνυμο Φράγκου ή Φραγκοπούλου[2]). Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς του, με αποτέλεσμα να ανατραφεί από την αδελφή της μητέρας του[1], ενώ αργότερα μετέβη για εκπαιδευτικούς λόγους , πρώτα στη Νίγδη -όπου τελούσε υπό την προστασία της αδελφής του πατέρα του- και έπειτα στη Σμύρνη. Εκτός από ελληνικά ήξερε τουρκικά, αρμενικά και μερικά γαλλικά].
Σε ηλικία 26 ετών εκάρη μοναχός στη μονή του Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) της Καππαδοκίας, ενώ λίγο καιρό αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος από τον, επίσης Φαρασιώτη, μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο Β΄ και στάλθηκε στη γενέτειρά του, όπου άσκησε παράλληλα χρέη διδασκάλου. Γύρω στο 1870 χειροτονήθηκε πρώτα πρεσβύτερος και έπειτα αρχιμανδρίτης. Στη συνέχεια πραγματοποίησε ταξίδι προσκυνηματικού χαρακτήρα στους Αγίους Τόπους, λαμβάνοντας μετά την επιστροφή του το προσωνύμιο Χατζεφεντής[4]. Υπήρξε ο πνευματικός ηγέτης της περιοχής των Φαράσων για περισσότερα από πενήντα χρόνια και διακρινόταν για τον ασκητικό τρόπο ζωής του[6].
Το 1924, βάσει της συνθήκης ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, εκπατρίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους των Φαράσων, ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Ελλάδα συμβούλευε και ενθάρρυνε τους συμπατριώτες του[7]. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους εγκαταστάθηκε με τους υπόλοιπους συντοπίτες του στο Κάστρο της Κέρκυρας, όπου συνέχισε να ασκεί τα ιερατικά του καθήκοντα. Μετά από δύο εβδομάδες παραμονής στην Κέρκυρα ασθένησε και εισήχθη στο νοσοκομείο της πόλης, όπου απεβίωσε στις 10 Νοεμβρίου του 1924 σε ηλικία 83 ετών έπειτα από σύντομη νοσηλεία. Τάφηκε στο νεκροταφείο, που βρίσκεται στο ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Δημοτικό Κοιμητήριο Κέρκυρας ].
Είναι επίσης ο Πνευματικός πατέρας του Αγίου Παισιου του Αγιορείτη
Τον Οκτώβριο του 1958 έγινε εκταφή των λειψάνων του από τον μοναχό Παΐσιο Εζνεπίδη τον Άγιο Παισιο (τον οποίο ο Αρσένιος είχε βαπτίσει, δίνοντάς του το δικό του όνομα),ο οποίος τα μετέφερε πρώτα στην Κόνιτσα και έπειτα, το 1970, στο γυναικεία μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης [11].
Στις 8 Αύγουστου του 1995 πραγματοποιήθηκε από τον τότε μητροπολίτη Κερκύρας Τιμόθεο η δεύτερη ανακομιδή των λειψάνων του Αρσενίου, μετά από τριετή διεξοδική έρευνα, καθώς τα ίχνη του τάφου είχαν χαθεί. Ο Παΐσιος έδωσε την ευλογία του για την δεύτερη ανακομιδή και τις οδηγίες του, πως ο τάφος βρισκόταν δίπλα και στην ίδια σειρά με αυτόν του επίσης Καππαδόκη ιερέα Γερμανού Κυριακίδη.
Παράλληλα πραγματοποιήθηκε έρευνα στο βιβλίο ταφών στο αρχείο του Δήμου Κερκυραίων (όπου ήταν καταγεγραμμένη η ταφή του 1924 καθώς και η ανακομιδή του 1958) και η υπόδειξη του τάφου από παλιό υπάλληλο του κοιμητηρίου. Ο μητροπολίτης Κερκύρας Τιμόθεος, αφού συγκέντρωσε και διασταύρωσε τα στοιχεία πραγματοποίησε την ανακομιδή. Στη συνέχεια ανακαινίστηκε το μνήμα και φιλοτεχνήθηκε η ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου εντοιχισμένη σε προσκυνητάρι. Από τότε στο Δημοτικό Κοιμητήριο της Κέρκυρας εορτάζεται κάθε χρόνο πανηγυρικά η μνήμη του Αρσενίου και πραγματοποιούνται λιτανεία μετά τη Θεία Λειτουργία και επί του τάφου αρτοκλασία.
